Το χωριό Ποταμός των Κυθήρων και οι Μανιάτες

το χωριό Ποταμός

Το χωριό Ποταμός των Κυθήρων βρίσκεται στο βόρειο μέρος του νησιού απέναντι ακριβώς από την Λακωνία. Η γεωγραφική αυτή συνάντηση δεν ήταν δυνατό με το πέρασμα του χρόνου να αφήσει ανεπηρέαστη την πολιτιστική ταυτότητα του οικισμού. Τόσο σε επίπεδο αρχιτεκτονικής, όπου υπάρχουν στοιχεία οχυρωματικού χαρακτήρα, αλλά και σε επίπεδο πληθυσμιακής σύνθεσης τα στοιχεία που προκύπτουν παραπέμπουν σε επιρροές από την Πελοπόννησο και ιδιαίτερα από την  Μάνη.

Η μετακίνηση Μανιατών στο χωριό Ποταμός μαρτυρείται από πολύ παλιά. Το 1797 σε ταξίδι Γαλλικής αντιπροσωπείας στον οικισμό ο Νικολός Στεφανόπολι, μίλησε με μια κοπέλα, την Λουκρητία. Ο διάλογος είναι χαρακτηριστικός:

  • Είσαι Ελληνίδα ?
  • Γεννήθηκα στα Κύθηρα, είμαι όμως Μανιάτισσα από την οικογένεια Κοσμά.

Η οικογένεια Κοσμά από την οποία προερχόταν η κοπέλα δεν ήταν άλλη από την πολυπληθή και ισχυρή οικογένεια των Κοσμάδων της Βάθειας. Μέλη της βυζαντινής αυτής οικογένειας απαντώνται και σήμερα στην Μάνη ( Κάσσης, Φιδοπιάστης, Αλαφάκης κ.ά.).

Μαζική ωστόσο ήταν η εγκατάσταση Μανιατών, ειδικά ισχυρών οικογενειών, την περίοδο του πολέμου της Ελληνικής επανάστασης (1821 – 1828). Ο λόγος ήταν ότι το νησί εκείνη την περίοδο όχι μόνο ήταν κοντά στην Μάνη αλλά ανήκε σε Αγγλική διοίκηση και έτσι οι Τούρκοι δεν είχαν πρόσβαση. Ο Γάλλος φιλέλληνας Frank Marcet το 1826 περνώντας από τον χωριό συνοδευόμενος από τον καπετάν Νικόλαο Μαυρομιχάλη σημειώνει :

«Ο Ποταμός είναι μια όμορφη πόλη την οποία κατοικούν κυρίως Μανιάτες και Κρήτες πρόσφυγες που κατάφεραν να γλυτώσουν από τις τουρκικές ωμότητες».

Η εγκατάσταση των Μανιατών στον Ποταμό ήταν τόσο μαζική και σχετικά πρόχειρη που οι Αγγλικές Αρχές του νησιού θορυβήθηκαν και έλαβαν έκτακτα μέτρα. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω επιστολή που στέλνει ο Τζαννετάκης Γρηγοράκης από το Μαραθονήσι (Γύθειο) προς τον Διονύση Μούρτζινο καπετάνιο της Καρδαμύλης για την έκρυθμη κατάσταση στο χωριό Ποταμός :

«Εξοχότατε αδελφέ καπετάν Διονύση Μουτζινάκο εις Σκαρδαμούλα

Σε λέγω λοιπόν ότι εσήμερις ήρθε ένα καΐκι Μαραθωνησιώτικο από το Τσιρίγο και ημάς λέγει και ως καθώς μου γράφουν από το σπίτι μου εβγήκε πατούλια αυθεντική και εβούλωσε όλα τα σπίτια τα Μανιάτικα του Ποταμού εκτός από το δικόν μου κατά το παρόν, και η αιτία που γίνονται οι παντιέρες από τους Μανιάτες και μήτε εγώ δεν ηξέρω τι θα τρέξει. Εγώ περιμένω να έλθει και άλλο καΐκι από το Τσιρίγο (Κύθηρα) και αν μάθω ότι την αυτή απόφαση έχει το κουβέρνο (κυβέρνηση) να μεταχειριστεί, εγώ, αδελφέ είμαι δια το Τσιρίγο και πάω να ιδώ το σπίτι μας το μαζικό, να μην μας σταθεί καμιάν δουλειά και ετότε δεν ηξεύρωμε τι να κάμωμεν

18 Νοεμβρίου 1826».

Από την παραπάνω επιστολή συμπεραίνουμε ότι υπήρχε συμπαγής λακωνική κοινότητα στο χωριό Ποταμός και μάλιστα υπήρχαν σπίτια τα οποία είχαν φτιάξει από κοινού οι Μανιάτες για προστασία, όπως η περίπτωση της οικογένειας Γρηγοράκη και Μούρτζινου.

Τα Κύθηρα και η απόσταση από τς Λακωνικές ακτές, στον χάρτη φαίνεται και το λιμάνι του Αγίου Νικολάου (1804)

Την ίδια περίοδο σε νοταριακό έγγραφο του νησιού, βλέπουμε λακωνική παρουσία ως κατοίκους πλέον του νησιού. Το ακόλουθο έγγραφο είναι χαρακτηριστικό και αφορά αγοροπωλησία πλοίου. Διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου

«Εις δόξαν του Χριστού αμήν. Τας 17 δεκαεπτά και 29 είκοσι εννέα Μάιου 1828 χίλια οκτακόσια εικοσιοκτώ Κύθηρα

Επαρρησιάσθησαν έμπροσθεν  εμού παρόντες και οι αξιόπιστοι υπογεγραμμένοι μάρτυρες ο κύριος Γεώργιος Θεοδωρακάκης ποτέ Νικολάου Ίον Κυθηραίος και ο κύριος Αναγνώστης – Παναγιώτης Βενετζιανάκος του Ηλία από Σκαρδαμούλα Σπάρτης και κάτοικος κατά τον παρόν εις το χωρίον Ποταμός ταύτης της νήσου αμφότεροι παρ εμού γνωρισμένοι, ο οποίος Θεοδωρακάκης με την δύναμην  της παρούσης Δημοσίου Πράξεως δίδει, πωλεί, ξενεύει,  και αιωνίως αλλοτριώνει προς τον ρηθέντα  Βενετζιανάκον ένα πλοίον Γολέταν, ονομαζομένην Υπεραγία Μυρτιδιότισσα Τονελάδων τριάντα αραμένην εις το παρόν εις τον λιμένα του Αγίου Νικολάου εις Αυλέμονα ………………………………………………………………………………………………………………………………………. Η παρούσα πράξη έγινε εις το Πορτεγάκι του οσπιτίου μου εις το Λιβάδι και ανεγνώσθη έμπροσθεν των παρόντων μαρτύρων κυρ Νικολάου Φατζέα ποτέ Θεοδώρου και Νικολάου Χανιότη ποτέ Γεωργίου Ιόνων Κυθηραίων και κατοίκων ταύτης περιοχής Λιβαδίου οίτινες υπογράφωσι μετά των μερών

Γεώργιος Θεοδωρακάκης έλαβα και βεβεόνο

Παναγιώτης Αναγνώστης Βενετζιανάκος βεβεόνο

Νικόλαος Φατζέας ποτέ Θεοδώρου μάρτηρας

Νικόλαος Χανιότης μάρτηρας

Παναγιώτης Μαχαιριώτης Δόκτορος Ιωάννου Δημόσιος νοτάριος της Πόλεως»

Το παραπάνω έγγραφο είναι πολύ σημαντικό διότι είναι απόδειξη ότι στο νησί πλέον όχι απλώς κατέφευγαν αλλά ασκούσαν και εμπορικές συναλλαγές καθώς επένδυαν χρήματα οι νέοι κάτοικοι. Επίσης τα ονόματα που καταγράφονται είναι πολύ σημαντικά καθώς μας δείχνουν την σύνθεση του πληθυσμού.

Η οικογένεια Θεοδωρακάκη πιθανόν να προέρχεται από την περιοχή των Μπουλαριών ενώ η οικογένεια Φατσέα λέγεται ότι κατάγονται από τα μέρη της Καρδαμύλης και λόγω αντεκδικήσεων κατέφυγαν στα Κύθηρα. Η οικογένεια Βενετζιανάκου προέρχεται από την ισχυρή οικογένεια καπεταναίων της μικρής Καστάνιας του Ταϋγέτου. Η οικογένεια Χανιώτη προέρχεται όπως λέει και το όνομα από τα Χανιά της Κρήτης.

            Από όλα τα παραπάνω έγγραφα γίνεται αντιληπτό πως κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας για κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους η Μανιάτικη παρουσία στο χωριό Ποταμός των Κυθήρων ήταν έντονη.

το λιμάνι του Αβλεμονα όπως είναι σήμερα

ΠΗΓΕΣ

  1. Δικαίου Βαγιακάκου «Κύθηρα – Λακωνία – Μάνη» Α Διεθνές Συνέδριο Κυθηραϊκών Μελετών τ. 2ος Κύθηρα 2000
  2. Απόστολου Δασκαλάκη Αρχείο Τζωρτζάκη – Γρηγοράκη Ανέκδοτα ιστορικά έγγραφα της Μάνης 1810 – 1835
  3. Αναστασία Δ. Παπακωνσταντίνου «Οι ανέκδοτοι κώδικες του νοταρίου Παναγιώτη Μαχαιριώτη (1822 – 1833) – πολιτισμική διάσταση του περιεχομένου τους τ. Α Αθήνα 2012
  4. http://www.kithera.gr
  5. https://www.visitkythera.com
  6. http://el.travelogues.gr

 

Καρδαμύλη

Η Καρδαμύλη είναι ένα χωριό της Έξω Μάνης το οποίο βρίσκεται στην περιοχή του Λεύκτρου. Απέχει 37 χλμ Νοτιοανατολικά της Καλαμάτας και είναι έδρα του Δήμου Δυτικής Μάνης. Το όνομά της προέρχεται από τα πολλά κάρδαμα που υπήρχαν στην περιοχή. Κατά το παρελθόν συναντάται και με το όνομα Σκαρδαμούλα. Η Καρδαμύλη, πόλη της αρχαίας Λακωνίας, θεωρείται ότι υφίσταται από την προϊστορική εποχή. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως μία από τις επτά πόλεις που ο Αγαμέμνων υποσχέθηκε να παραχωρηθεί στον Αχιλλέα για να τον εξευμενίσει για την απόσπαση της Βρισηίδας, κατά την εκστρατεία στην Τροία, ώστε να πειστεί να επιστρέψει στη μάχη. Συγκεκριμένα: «Επτά, δε ού δώσω ευναιόμενα πτολίεθρα Καρδαμύλην, Ενύπην τε και Ιρήν πιήσεον, Φηράς τε λαθέας ήδι Ανθειον βαθύλεμον καλήν τι Αίππειαν και Πήδασον Αμπελόεσσειν»

Ομήρου Ιλιάδα Ι στίχ. 149 – 151

(Με επτά καλοκατοίκητες θα τον προικίσω χώρες, με την πολύχλοη Ιρή, Ενύπην, Καρδαμύλην, με τις θεοφοβούμενες Φαρές, την Ανθείαν με πλούσια λιβάδια και την καλή την Αίπεια, την ΙΙήδασο με τα πολλά αμπέλια)

Μόνον η Καρδαμύλη και η Κυπαρισσία  από τις πόλεις του Μυκηναϊκού Βασιλείου του Νέστωρος έχουν κρατήσει το ίδιο όνομα στο πέρασμα των χιλιετιών.

Αναφορά γίνεται και από τον Παυσανία:

«…Καρδαμύλη δε, ής και Ομηρος μνήμην εποιήσατο εν Αγαμέμνονος υποσχέσεσι δώρων, Λακεδαιμονίων εστί υπήκοος των εν Σπάρτη, βασιλέως Αυγούστου της Μεσσηνίας αποτεμομένου. Απέχει δε Καρδαμύλη θαλάσσης μεν οκτώ σταδίους Λεύκτρων δε και εξήκοντα. Ενταύθα ου πόρω του αιγιαλού τέμενος ιερόν των Νηρέως θυγατέρων εστί ες γαρ τούτο αναβήναι το χωρίον φασίν εκ της θαλάσσης αυτάς Πύρρον οψομένας τον Αχιλλέως, ότε ες Σπάρτην επί τον Ερμιόνης απήει γάμον. Εν’ δε τω πολίσματι Αθηνάς τε ιερόν και Απόλλων εστί Κάρνειος, καθά Δωριεύσιν επιχώριον. . .»

Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις Λακωνικά Κεφ. 26 Εδάφ. 7

(Η Καρδαμύλη, που την αναφέρει ο Όμηρος εκεί που ο Αγαμέμνονας τάζει δώρα στον Αχιλλέα, είναι υπήκοος των Λακεδαιμονίων. Την έχει αποσπάσει από τους Μεσσηνίους ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αύγουστος. Απέχει από τη θάλασσα, οκτώ στάδια και εξηνταοκτώ από το Λεύκτρο. Εκεί κοντά στην ακρογιαλιά υπάρχει τέμενος των θυγατέρων του Νηρέα γιατί, καθώς λένε, σ’ αυτό το μέρος βγήκαν για να καμαρώσουν τον ΙΙύρρο, γιο του Αχιλλέα, όταν εκείνος πέρασε από εκεί, πηγαίνοντας στη Σπάρτη, για να παντρευτεί την Ερμιόνη. Στην πολίχνη αυτή, υπάρχει ακόμη ιερό της Αθηνάς και άγαλμα, του Καρνείου Απόλλωνα, όπως τον φαντάζονταν οι Δωριείς….»)

Η πόλη, αρχικά, δεν αποτέλεσε μέλος του Κοινού των Λακεδαιμονίων (μετονομάστηκε σε Κοινό των Ελευθερολακώνων μετά το 22 π.Χ.) γιατί μετά τη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) η περιοχή δεν ελέγχεται από τη Σπάρτη, αλλά από τους Μεσσήνιους, κατά τις αποφάσεις του Θηβαίου Επαμεινώνδα. Στο Κοινό η πόλη συμμετέχει από το 146 π.Χ. Όμως, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αύγουστος επειδή το Γύθειο και οι άλλες παραλιακές πόλεις είχαν αποχωρισθεί από τη Σπάρτη, παραχώρησε την Καρδαμύλη στους Σπαρτιάτες για να την χρησιμοποιήσουν ως επίνειο. Συνδεόταν με τη Σπάρτη μέσω της Βασιλικής Οδού, τμήματα της οποίας σώζονται μέχρι σήμερα.

Πάνω από τον νεώτερο οικισμό, στην είσοδο του χωριού, πάνω σλειβάδια βρίσκεται η Παλιά Kαρδαμύλη (Πάνω Καρδαμύλη) και το συγκρότημα Τρουπάκηδων – Μούρτζινων. Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα κτιρίων των οικογενειών Μούρτζινου, Πετρέα, Μπουκουβάλα και Μπαχλέμπα. Μέσα στο συγκρότημα συναντάμε τον περίφημο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, ο οποίος είναι η οικογενειακή εκκλησία του γένους των Μούρτζινων. Η ανέγερση των πρώτων κτιρίων του συγκροτήματος τοποθετείται στα τέλη του 17ου αιώνα, όταν εμφανίζεται στην περιοχή ο γενάρχης των Μούρτζινων, Μιχαήλ Παλαιολόγος.

Πάνω από το συγκρότημα βρίσκεται η βάρδια της οικογένειας Πετρέα.

Αντίκρυ από το συγκρότημα βρίσκεται η περιοχή της Κάτω Κάρδαμυλης. Αποτελείται απο τις γειτονιές των κλάδων της οικογένειας Τρουπάκη: Δημητρέα, Πατριαρχέα, Θεοδωρέα και Τρουπάκη.

Παλιά Kαρδαμύλη – Συγκρότημα Τρουπάκηδων – Μούρτζινων

Κατά την περίοδο της κυριαρχίας των Τρουπιάνων (18°-19° αι.) στην Καρδαμύλη αναπτύσσεται έντονη πειρατική δραστηριότητα. Ακόμα και στην καποδιστριακή περίοδο αποτελούσε καταφύγιο ξένων πειρατών.

Στις 06/01/1821 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καταφθάνει από την Ζάκυνθο και φιλοξενείται στον πύργο του Παναγιώτη Τρουπάκη (Μούρτζινου) για τους επόμενους μήνες, με σκοπό την οργάνωση του απελευθερωτικού αγώνα.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας-Οικογενειακή εκκλησία των Τρουπιάνων

Ακολουθώντας το μονοπάτι από την Παλιά Καρδαμύλη προς την περιοχή της Αγίας Σοφίας, συναντάμε δύο ορθογώνιες κοιλότητες η μία δίπλα στην άλλη, λαξευμένες σ’ ένα κάθετο βράχο. Βάση της παράδοσης πρόκειται για τον τάφο των Διόσκουρων (Κάστορας και Πολυδεύκης), των μυθικών παιδιών της βασίλισσας της Σπάρτης Λήδας και του Δία. Κατά μια άλλη παράδοση ο τάφος αυτός ανήκει στους ήρωες Νικόμαχο και Γόργασο, γιούς του θεραπευτή Μαχάονα που συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο.

Ο Τάφος Των Διόσκουρων

Η Καρδαμύλη αποτελεί προσφιλή τουριστικό προορισμό. Στο παραλιακό μέτωπο και πάνω στον κεντρικό δρόμο του χωριού υπάρχουν πολλά μαγαζιά τα οποία γεμίζουν από τουρίστες, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες.

Δυτικά του οικισμού βρίσκεται η  βοτσαλωτή παραλία Ριτσά, ενώ λίγο έξω από το χωριό, σε κοντινή απόσταση, βρίσκονται οι παραλίες Δελφίνια και η παραλία του Φονέα.

Στο λιμάνι βρίσκεται ένα κτίριο το οποίο προεπαναστατικά ήταν αποθήκη-τελωνείο της οικογένειας Τρουπάκη. Δίπλα ακριβώς είναι το εκκλησάκι του Αγ. Γιάννη ενώ στο διπλανό βράχο υψώνεται ο πύργος-βάρδια της οικογένειας Δημητρέα (Κλάδος των Τρουπιάνων).

400 μ. από το λιμάνι του Άι Γιάννη, βρίσκεται ένα  μικρό καταπράσινο νησάκι. Πρόκειται για τη νήσο Μερόπη. Η έκταση του είναι 35 στρέμματα ενώ βρίσκονται ερείπια κτισμάτων και τειχών της μεταβυζαντινής περιόδου καθώς επίσης και ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου που χρονολογείται γύρω στο 1779Στη Μερόπη υπήρχαν ενετοί μέχρι το 1818 περίπου, ενώ ο εορτασμός της εκκλησίας σταμάτησε από το φόβο ατυχημάτων, λόγω της απόκρημνης ακτής.

Το λιμάνι του Άι Γιάννη και στο βάθος το νησί Μερόπη

Το Νησί Μερόπη

Πολύ κοντά στο λιμάνι υπάρχει και το παλιό εργοστάσιο της Καρδαμύλης το οποίο λειτούργησε ως ελαιουργείο, σαπωνοποιείο και πυρηνοελαιουργείο κατά το παρελθόν. Σκαρδαμούλα: 1844: 227 κατ. , 1853: 210 κατ. , 1861: 263 κατ., 1879: 348 κατ. , 1889: 393 κατ. , 1896: 442 κατ. , 1907: 434 κατ. , 1920: 563 κατ. , 1928: 611 κατ. , 1940: 645 κατ. , 1951: 494 κατ. , 1961: 495 κατ. , 1971: 397 κατ. , 1981: 277 κατ.

 

ΠΗΓΕΣ:

  • beneas13.blogspot.com
  • mani.org
  • Κώστα Κόμη: Πληθυσμός & Οικισμοί Της Μάνης 15ος -19ος αι.
  • Γιάννη Σαΐτα: Μάνη-Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική

Θεσμοί Της Μάνης – Η Καπετανία

Στην έξω Μάνη ( μεσσηνιακή και ως το Γύθειο ) δεν διαμορφώθηκαν οι ίδιοι θεσμοί με την μέσα Μάνη. Οι ιστορικές και γεωγραφικές διαφορές είχαν ως αποτέλεσμα και διοικητικές διαφορές. Στην έξω Μάνη ο πληθυσμός όντως για να ξεπεράσει τις όποιες κοινωνικές δυσκολίες στράφηκε και εκεί προς την οικογένεια.

Στην έξω Μάνη όμως είχαμε δύο σημαντικά χαρακτηριστικά. Μεγάλες και γόνιμες εκτάσεις γης για τις οποίες φιλονικούσαν οι διάφορες οικογένειες και έντονη παρουσία κάποιας Εξουσίας έστω κι αν αυτή δεν επιβαλλόταν αλλά έκανε αισθητή την παρουσία της. ( Φράγκοι, Ενετοί, Τούρκοι ). Η παρουσία κάστρων σε όλη την έκταση της έξω Μάνης ( Πασσαβάς, Ζαρνάτα, Κελεφά, κ.ά. ) οδήγησε πολλούς Μανιάτες σε συνδιαλλαγές με τους ξένους όσο ήταν εκεί και υιοθέτηση κάποιων χαρακτηριστικών τους.

Η δημιουργία μιας φεουδαρχίας στην έξω Μάνη δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση. Η δύναμη της οικογένειας επί μεγάλων εκτάσεων γης σε συνδυασμό με τα διοικητικά πρότυπα των Βενετών οδήγησε σε αυτήν την μορφή οργάνωσης του τόπου με πλήρη επισημότητα. Στην Μάνη τα οικογενειακά αυτά φέουδα ονομάστηκαν καπετανίες και οι ηγέτες αυτών ήταν οι καπετάνιοι οι οποίοι προέρχονταν από τις πιο δυνατές οικονομικά οικογένειες.

Πύργος του Αντώνη μπέη Γρηγοράκη στον Αγερανό

Ο θεσμός της καπετανίας διέφερε τελείως από τους θεσμούς της μέσα Μάνης. Ο καπετάνιος ήταν απόλυτος άρχων του τόπου και η διαταγή του ήταν νόμος απαράβατος σε αντίθεση με την αναρχία και τον συνεχή αγώνα επιβίωσης και επιβολής συμφερόντων που επικρατούσε στα χωριά του Ταινάρου. Τα μέλη της οικογένειας δεν ήταν εξισωμένα. Νόμος ήταν ο λόγος του καπετάνιου που στο απόγειο της δόξης του μπορούσε να γίνει μπέης.

Κάθε καπετανία ακολουθούσε την εντολή του καπετάνιου. Τέτοιες εντολές αφορούσαν πολεμικές προετοιμασίες, καταβολή φόρου, συγκομιδή των ελιών, σπορά των σιτηρών κ.ά. που υποχρεώνονταν οι κάτοικοι να πράξουν. Ωστόσο υπήρχαν και καπετάνιοι ιδιαίτερα αγαπητοί από τους υπηκόους τους, όπως περιγράφει το παρακάτω τραγούδι.

Αφέντη, αφέντη Μούρτζινε
Οι Ξωχωρίτες μου πασι
Να πάρουν τα τουφέκια τους
Να κατεβούσι στο γυαλό ….

Αυτό συνέβαινε διότι πολλοί καπετάνιοι έκαναν αρκετές αγαθοεργίες. Μίσθωναν υπαλλήλους για προσωπική φρουρά, χτίστες, έφτιαχναν εκκλησίες, σχολεία, πλήρωναν γραμματικούς. Ακόμα και συσσίτιο για τους άπορους χωριανούς οργάνωναν μερικοί από αυτούς.
Οι καπετανίες δεν ήταν σταθερές. Αυτό διότι πολλοί καπετάνιοι προσπαθούσαν να επισκιάσουν άλλους ή γιατί με το πέρασμα χρόνου πολλοί νέοι Μανιάτες διεκδικούσαν μερίδιο καπετάνιου. Οι πιο γνωστές καπετανίες ήταν οι εξής ….

  • Του Κουμουνδούρου στις Κιτριές,
  • Του Καπετανάκη στην Τρικότσοβα
  • Του Μούρτζινου στην Καρδαμύλη
  • Του Δουράκη στην Καστάνια
  • Του Βενετσιανάκη στην μικρή Καστάνια
  • Του Κυβέλου στην Μηλιά
  • Του Γιατράκου στην Άρνα
  • Του Καβαλλιεράκη στην Καρυούπολη
  • Του Γρηγοράκη στο Γύθειο και Αγερανό
  • Του Χρηστέα στην Πλάτσα
  • Του Μαυρομιχάλη στην Τσίμοβα

Ωστόσο υπήρχαν και μικρότερες καπετανίες, τέτοιες ήταν:

  • Του Χατζάκου στην Πηλάλα
  • Του Πατριαρχέα στο Πραστείο
  • Του Κιτρινιάρη στην Σαιδόνα
  • Του Καλκανδή στο Σκουτάρι
  • Του Ζερβάκου ή Ζερβομπεάκου στον Καρβελά
  • Του Πετροπουλάκη στην Ράχη
  • Του Ταβουλάρη στα Κονάκια

Η εξουσία των καπετάνιων ήταν αναγνωρισμένη επίσημα και από την Βενετική και Τουρκική εξουσία. Ακόμα και διάφοροι περιηγητές που έρχονταν στην Μάνη υποχρεούνταν να φιλοξενηθούν στο σπίτι ή φρούριο μάλλον του άρχοντα της περιοχής.

Τα σημαντικότερα προνόμια τους ήταν η συλλογή φόρων, το μονοπώλιο σε εμπορικές συναλλαγές από τα λιμάνια της περιοχής τους, η αποκλειστική ηγεσία σε περίοδο πολέμου. Επίσης συχνές ήταν και οι δικαστικού τύπου αποφάσεις που έπαιρναν και επέβαλλαν. Η εκλογή δε του καπετάνιου δεν ήταν αιρετή αλλά κληρονομική.

Σάββαινα Η Μανιάτισσα

Από το παραπάνω κείμενο του 1829  που στέλνει στην ελληνική κυβέρνηση γίνεται φανερή η πικρία της ηρωικής αυτής αγωνίστριας που είχε την ταπεινότητα να υπογράψει με το όνομα του ανδρός της. ( Σάββαινα ).

Χρησιμοποιεί τον όρο Σπαρτιάτισσα διότι τότε έτσι αποκαλούσαν την Μάνη καθώς η Σπάρτη είχε ισοπεδωθεί κατά τον Μεσαίωνα. Ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή άνθρωποι όπως η Σάββαινα, που έτρεχαν παντού και έδωσαν τα πάντα να μην έχουν καμία πρόνοια από την πατρίδα που ελευθέρωσαν.

 

 

 

Μανιάτισσα επί Τουρκοκρατίας.

Του Γιώργη Μούρτζινου

Ο Γιώργης Μούρτζινος ήταν γιος του Διονύση Μούρτζινου, που έδρασε κατά την Εθνεγερσία του 1821. Ο Διονύσης Μούρτζινος πέθανε νέος και άφησε ανήλικον ορφανόν το γιο του Γιώργη.

Ο Γιώργης με τη βοήθεια του Θ. Κολοκοτρώνη, ο οποίος είχε σοβαρές υποχρεώσεις στο σπίτι του Μούρτζινου, έγινε αξιωματικός. Η ροπή του προς την οινοποσία τον οδήγησε στον τάφο στα τριαντατρία του χρόνια. Άφησε ορφανή τη μικρή κόρη του Κατερινιώ. Πέθανε και αυτή νέα και το Μουρτζινέϊκο σπίτι ξεκλήρισε.

Αφέντη, αφέντη Μούρτζινε,
οι Ξεχωρίτες μου ‘πανε,
Θα πάρουν τα ντουφέκια τους
να κατεβούνε στο γιαλό
στη βάρδια ν’ αναντιάξουσι
τ’ όνομα να φωνάξουσι,
κι α δεν ερθείς κι α δε φανείς,
άλλη πόρτα θα πχιάσουσι
κι αφέντη θα φωνάξουσι,
μόνε μη ζου κακοφανεί
δική ζου θα ‘ναι η προσβολή.

Κ’ εμείς πούθε να πέσομε,
ποίονε να γιαλέξομε,
ναν τόνε πούμε αφεντικό
κακός και μαύρο μας καιρός.
Πάλι ας γυρίσου κι ας το που,
ας έν’ καλά η Κατερινιώ,
να μεγαλούσει να γενεί,
να κάμομε καλό γαμπρό,
ναν τόνε πούμε Μούρτζινο,
ναν του κρεμάσουμε σπαθί,
να πάρει την υπόληψη,
να κάτσει στο ποδάρι ζου,
να δέχεται του φίλου ζου.

Ο Μούρτζινος επέθανε
και πίζου δε ματάρχεται
του κουτουρού τα λόγια μας,
κλείναμε και ξεκλείναμε
κι απ’ όλα ξεπουλήσαμε,
γαμπρός υγιός δε γίνεται.