Η Μάχη Των Μύλων Της Λέρνης (13/06/1825)

Ο Ιμπραήμ πασάς μετά από σειρά νικών εναντίον των Ελλήνων και την αμαχητί κατάληψη της Τριπολιτσάς, έστρεψε την προσοχή του προς το Ναύπλιο σε μια μορφή επιθετικής αναγνώρισης του εδάφους. Οι επαναστάτες μη γνωρίζοντας τις προθέσεις του οχυρώθηκαν στους Μύλους, λίγο έξω από το Ναύπλιο προκειμένου να τον ανακόψουν. Γενικός αρχηγός των εκεί επαναστατών ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης ενώ υπαρχηγοί είχαν οριστεί ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο Ιωάννης Μακρυγιάννης.

Κ. Μαυρομιχάλης

Η κυβέρνηση είχε ορίσει τον φιλέλληνα Μοντανέλλι να οχυρώσει τους μύλους λόγω της στρατηγικής τους σπουδαιότητας για την πόλη του Ναυπλίου, ωστόσο τα γεγονότα τον πρόλαβαν και έτσι η περιοχή την στιγμή της επίθεσης του πασά ήταν ανοχύρωτη.

Η συνολική δύναμη των επαναστατών δεν ξεπερνούσε τους 500 άνδρες. (Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ήταν 350 περίπου). Ο Μακρυγιάννης με 150 περίπου, ο Υψηλάντης με 17 φιλέλληνες και όλους τους άτακτους του Ναυπλίου, ο Μαυρομιχάλης με τον νταϊφά του (κυρίως Μανιάτες) και ο Κάρπος με τον λόχο των ευζώνων. Στο πλευρό των επαναστατών και τρία μπρίκια τα οποία πλησίασαν την ακτή προκειμένου τα πυροβόλα τους να είναι σε βεληνεκές βολής υποστήριξης.

Οι Μύλοι ήταν ζωτικής σημασίας για το Ναύπλιο διότι προμήθευαν τρόφιμα και ύδρευση στην πόλη. Η κατοχή τους σε ελληνικά χέρια έπρεπε να μείνει με κάθε κόστος. Ο Μακρυγιάννης βιαστικά και όπως μπορούσε έφτιαξε μικρά οχυρωματικά έργα από ξερολιθιά και ντουφεκότρυπες από την 11η Ιουνίου 1825. Μέσα στις επόμενες δύο μέρες οι Έλληνες είχαν συγκεντρωθεί για μάχη στην περιοχή.

Ιωάννης  Μακρυγιάννης

Ο Μακρυγιάννης λέει χαρακτηριστικά για εκείνες τις ώρες …..

« Τέλος από αυτά ούτε νερό είχε μέσα, ούτε κανόνι εις τον τόπον του κι᾿ αν έπαιρνε τους Μύλους ο Μπραϊμης, κεντρικόν μέρος της θάλασσας και στεργιάς και πλήθος ζαϊρέδες και πολεμοφόδια και νερό ποταμός, μπλοκάριζε και τ᾿ Ανάπλι. Και εις την κατάστασιν οπού ᾿ταν κάμετε την κρίση αν βαστούσε. Αφού το δυνάμωσα, σε δυο ημέρες ήρθε ο Χατζημιχάλης με τους ανθρώπους μου, οπού μου πήρε, ήρθε κι᾿ ο Κωσταντήμπεγης Μαυρομιχάλης μ᾿ ολίγους κι᾿ ο Υψηλάντης με τους ανθρώπους του, όλους δεκαπέντε ».

Το μεσημέρι της 13ης Ιουνίου 1825 μια Αιγυπτιακή φάλαγγα 6000 ανδρών (άλλοι αναφέρουν 5000) προσέβαλε με σφοδρότητα τις θέσεις των επαναστατών. Η επίθεση εντάθηκε εναντίον του κέντρου που υπεράσπιζε ο Μακρυγιάννης και του αριστερού άκρου που υπεράσπιζε ο Υψηλάντης. Αν το κέντρο υποχωρούσε θα κυκλώνονταν και θα συντρίβονταν όλοι οι επαναστάτες. Αν ο Υψηλάντης (αριστερά) υποχωρούσε θα χανόταν το σημείο ασφαλούς φυγής των επαναστατών προς την θάλασσα σε περίπτωση ήττας.

Δημήτριος Υψηλάντης

Συνολικά τρεις επιθέσεις (γιουρούσια) του πεζικού και μία του ιππικού είχαν αναχαιτιστεί όταν το πυροβολικό του Ιμπραήμ κατάφερε να γκρεμίσει μέρος  των οχυρώσεων των επαναστατών και οι Αιγύπτιοι άρχισαν να εισβάλλουν. Ωστόσο χάρις την έγκαιρη αντιμετώπιση τους από τους επαναστάτες αναχαιτίστηκαν. Λόγω προχωρημένης ώρας αλλά και συνεχόμενων αποτυχιών ο πασάς τραβήχτηκε πίσω στην Αργολική κοιλάδα.

Οι απώλειες των Ελλήνων κατά την μάχη των Μύλων ήταν (7) επτά Έλληνες και ένας φιλέλληνας. Από την πλευρά των Αιγυπτίων οι πηγές αναφέρουν γύρω στους 50 νεκρούς χωρίς όμως να μπορεί κανείς να το εξακριβώσει. Λέει χαρακτηριστικά ο Μακρυγιάννης ….

«Είχα διορίση εις τους ανθρώπους μου άνθρωπον και τους διοικούσε. Λυπήθη πολύ ο αγαθός Υψηλάντης κι᾿ ο Κωσταντήμπεγης οπού πληγώθηκα. Ο σκοτωμός των Τούρκων -είναι άγνωστη η ποσότη, ότι τους σήκωναν ευτύς».

 Κριτική επί της μάχης και των απομνημονευμάτων ….

Η μάχη των Μύλων αποτελεί μάχη μεγάλης σημασίας, όχι μόνο γιατί προστάτεψε την περιοχή από τα εχθρικά στρατεύματα αλλά γιατί ανύψωσε το ηθικό των Ελλήνων μετά από μια σειρά ηττών, αποδεικνύοντας ότι ο Ιμπραήμ της Αιγύπτου δεν είναι αήττητος. Είναι στην ουσία η πρώτη μάχη όπου Έλληνες αναχαιτίζουν τον τακτικό στρατό του Ιμπραήμ κρατώντας ζωντανή την επαναστατικά φλόγα.

Την νίκη αυτή ωστόσο ο Μακρυγιάννης προσπαθεί στα απομνημονεύματα του να την μεγαλοποιήσει ακόμα περισσότερο και να την καπηλευτεί καθώς κάνει ελάχιστες αναφορές στους υπόλοιπους οπλαρχηγούς. Μιλάει για 12000 εχθρούς και 500 νεκρούς, πράγμα ιδιαίτερα απίθανο να συνέβη αφού κανένα από τα δύο νούμερα που παραθέτει δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Τέλος να αναφέρουμε ότι αν και αναφέρεται ως μία μάχη στην πραγματικότητα κάθε οπλαρχηγός έδινε στον τομέα ευθύνης του την δική του μάχη χωρίς κάποια ιδιαίτερη επικοινωνία με τους άλλους, σε αντίθεση με την οργανωμένη Αιγυπτιακή στρατιά που αποτελούσε ενιαίο σώμα.

ΠΗΓΕΣ

  1. Ιστορία των Ελλήνων τόμος 11ος  εκδόσεις Δομή
  2. Απομνημονεύματα Στρατηγού Μακρυγιάννη εκδόσεις τα Νέα.
  3. Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια (Κ – Μ). Αθήναι: Έκδοσης Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας
  4. Finlay, George. History of the Greek Revolution. Blackwood and Sons, 1861 (Harvard University)
  5. Διονύσιος Κόκκινος, Η ελληνική Επανάσταση τόμος V, εκδόσεις Μέλισσα
Advertisements

Ιωάννης Στρατάκος (οπλαρχηγός)

Αξιωματικός  της Φάλαγγας

Η Χιμάρα της Μάνης βρίσκεται μεταξύ των οικισμών Πυρρίχου και Λουκάδικων, στην περιοχή που κατά τον 19ο αιώνα ονομαζόταν επαρχία Κολοκυνθίου. Ο οικισμός αυτός ανέδειξε κατά την Επανάσταση του 1821 μία σημαντική προσωπικότητα, με δράση στρατιωτική κυρίως, που πλαισίωσε γνωστούς Μανιάτες οπλαρχηγούς. Ο αγωνιστής αυτός ήταν ο Ιωάννης Στρατάκος, ένας ακόμη από τους Μανιάτες εκείνους που δεν πρέπει να ξεχαστούν.

Ο Στρατάκος, σύμφωνα με τους τηρούμενους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) επίσημους ονομαστικούς καταλόγους του Υπουργείου Στρατιωτικών   (περίοδος 1840 – 1841),  είχε γεννηθεί το έτος 1790 και είχε νυμφευθεί την Μαρία Νικολάκου στις 6 Οκτωβρίου 1819. Από την ίδια πηγή φέρεται εκείνη την εποχή ως πατέρας έξι παιδιών.

Σχετικά με τη δράση του κατά την Επανάσταση, γνωρίζουμε ότι μετά από πρόταση του Εκτελεστικού Σώματος πήρε στις 11 Ιουνίου του 1823 το βαθμό του χιλιάρχου, μαζί με τους συναγωνιστές του Μαυροειδή Μαντζάκο, Βασίλειο Πολιτάκο, Ιωάννη Γιαννουλέα, Δημήτριο Πουλικάκο και άλλους. Η συμμετοχή του στις επαναστατικές επιχειρήσεις μέχρι το έτος 1825 περιγράφεται συνοπτικά από μία αναφορά του ίδιου προς το Υπουργείο των Πολεμικών, την οποία υπέβαλε τον Οκτώβριο του 1825, προσκομίζοντας ταυτόχρονα και δύο πιστοποιητικά του Πετρόμπεη και Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, τους οποίους ακολουθούσε ως αξιωματικός τους στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων.

Το έτος 1821 λοιπόν, πολεμώντας πάντα υπό την οδηγία των Μαυρομιχαλαίων, έλαβε μέρος στις πολιορκίες Ναυπλίου, Τριπολιτσάς, Κορίνθου και Πατρών, ενώ δεν έλειψε και από επιχειρήσεις εκτός Πελοποννήσου, ευρισκόμενος στα Μεγάλα Στενά του Ισθμού, στα Γεράνεια Όρη και στη Λιβαδειά. Το επόμενο έτος, δηλαδή το 1822, πολέμησε στο Άργος κατά του Δράμαλη, ενώ περί τα τέλη του έτους αυτού έλαβε μέρος και σε εκστρατεία Μανιατών υπό τον Πετρόμπεη με σκοπό την ενίσχυση του πολιορκούμενου από τους Οθωμανούς Μεσολογγίου και τη λύση της πολιορκίας του.

Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, αδελφός του Πετρόμπεη, πιστοποιεί για τον Ι. Στρατάκο στις 20 Ιανουαρίου 1824 τα εξής :

«Δηλοποιώ διά του παρόντος ότι ο καπετάν Ιωάννης Στρατάκος, δεν έλειψεν απ’ αρχής του Ιερού τούτου αγώνος να παρασταθεί εις διαφόρους της πατρίδος ανάγκες κάμνων το προς αυτήν χρεός του πότε με πεντήκοντα στρατιώτας πότε δε με τριάκοντα μέχρι των δεκαπέντε, καθώς και ήδη εσχάτως διέτριψε υπό την οδηγίαν μου μήνας επτά χωρίς να λάβη οβολόν διά τον εαυτόν του εις όλον αυτό το διάστημα,  εκτός των στρατιωτών του οίτινες επληρώθησαν. Διό και του δίδεται το παρόν  μου διά να του χρησιμεύση όθεν ανήκει και διά να λάβη την ανήκουσαν αμοιβήν.  

    Τη 20 Ιανουαρίου 1824, Εν Καλαμάτα
                            Ο Πατριώτης Κων. Μαυρομιχάλης»

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης επίσης σε πιστοποιητικό του, που φέρει ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1825, βεβαιώνει για τον Καπετάν Γιάννη Στρατάκο ότι αγωνίσθηκε υπό την οδηγία του σε πολλές εκστρατείες, φερόμενος «μετά προθυμίας, ανδρείας και πίστεως» και ότι υπήρξε γνήσιος πατριώτης με γενναίες εκδουλεύσεις έως εκείνη την εποχή.

Μετά την απελευθέρωση, κατά την περίοδο του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια (1828 – 1831), ο Στρατάκος εξακολούθησε ως παλαιός οπλαρχηγός να ασκεί επιρροή στην περιοχή του. Έτσι, στις 24 Ιουλίου του 1830 συνυπέγραψε μαζί με άλλους προκρίτους και οπλαρχηγούς της Ανατολικής και Δυτικής Μάνης επιστολή στήριξης και αφοσίωσης προς τον απεσταλμένο του Κυβερνήτη στο Γύθειο Α. Μεταξά, ενώ την ίδια εποχή προτάθηκε από τον Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου ως ικανός να αναλάβει την θέση του Δημογέροντα του τμήματος Κολοκυνθίου Ανατολικής Μάνης, μισθοδοτούμενος με 60 φοίνικες ανά μήνα.

Κατά τα μετέπειτα χρόνια της Οθωνικής περιόδου, ο αγωνιστής αυτός, όπως και αρκετοί άλλοι Μανιάτες παλαίμαχοι αγωνιστές του 1821, ονομάστηκε τιμητικά αξιωματικός της Σπαρτιάτικης Φάλαγγας και πήρε το Νοέμβριο του 1837 το βαθμό του Λοχαγού. Περαιτέρω το έτος 1839 τέθηκε σε ενεργητική υπηρεσία με το βαθμό του Λοχαγού – Σημαιοφόρου στην 4η Τετραρχία της Φάλαγγας, υπηρετώντας αρχικά υπό τον Ταγματάρχη Δ. Πετροπουλάκη στο απόσπασμα Γυθείου και κατόπιν ο ίδιος ως αποσπασματάρχης στην Αρεόπολη, από όπου και αποστρατεύθηκε τον Ιούλιο του 1843, ως προικοδοτημένος Λοχαγός. Γνωρίζουμε ότι κατά την περίοδο της ενεργητικής του υπηρεσίας (1839 – 1843) ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την καταδίωξη ληστών, γεγονός που καταδεικνύει το ότι, παρά το ώριμο της ηλικίας του για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, παρέμενε ένας μάχιμος αξιωματικός.

Ακριβή χρόνο θανάτου του Ιωάννη Στρατάκου δεν γνωρίζουμε. Το γεγονός ωστόσο ότι οι άμεσοι κληρονόμοι του, δηλαδή τα παιδιά του, ζήτησαν στις 30 Απριλίου 1857 άδεια ώστε να αξιοποιήσουν με πώληση το φαλαγγίτικο γραμμάτιο του ήδη θανόντα πατέρα τους, αξίας 5.400 δραχμών (ποσό σημαντικό για την εποχή εκείνη), μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο θάνατός του δεν πρέπει να απείχε πολύ από την ημερομηνία εκείνη. Οι κληρονόμοι του αγωνιστή, προκειμένου να λάβουν τη σχετική άδεια εκποίησης του γραμματίου του πατέρα τους, προσκόμισαν λίγο αργότερα στον Έπαρχο Γυθείου το από 24 Ιουνίου 1857 πιστοποιητικό του τότε Δημάρχου Κολοκυνθίου Β. Τραφαλή, απόσπασμα του οποίου έχει ως εξής:

«Ο Δήμαρχος Κολοκυνθίου πιστοποιεί ότι οι δημότες και κάτοικοι του χωρίου Χειμάρας Φώτιος Στρατογιαννάκος ετών 28, Ευστράτιος Στρατογιαννάκος ετών 26, Πέτρος Στρατογιαννάκος ετών 22 και Αγγέλω Στρατογιαννίτσα ετών 30 εκ του χωρίου Σκάλα του Δήμου Τρινάσου, είναι τέκνα και κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός των Ιωάννου Στρατάκου λοχαγού της Β. Φάλαγγας ..»   

Στο έγγραφο αυτό, για λογαριασμό των παιδιών του, εκτός του Φώτη, υπογράφει ο συγχωριανός τους Γουλάκος, ο οποίος πιθανόν ανήκει στην ίδια πατριά με τον Στρατάκο (Χασανιάνοι).

Στο πέρασμα του χρόνου, όταν ιστορική μνήμη και παράδοση αδυνατίζουν, εμείς οφείλουμε έναν ελάχιστο φόρο τιμής προς όλους εκείνους τους λησμονημένους ήρωες, που αγωνίστηκαν για ιδανικά, τα οποία σήμερα θεωρούμε ως αυτονόητα και δεδομένα.

Η υπογραφή του καπετάν Γιάννη Στρατάκου ως λοχαγού της φάλαγγας

ΠΗΓΕΣ

  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας.
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους: Αρχεία Υπουργείου Πολέμου (έτους 1825), Υπουργείου Στρατιωτικών (ετών 1837 – 1841) και Προικοδοτήσεων Φαλαγγιτών (ετών 1843 και 1857).
  • Περ. «Λακωνικαί Σπουδαί».
  • Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης τόμος Β Κ. Κάσση

23/1/1830 Η Μέρα Της Σύλληψης του Πετρόμπεη

Στην Γ’ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα (1827), ο Μαυρομιχάλης αποδέχτηκε την εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδος και μετά την άφιξή του διορίστηκε μέλος της Προεδρίας του «Πανελληνίου» και της Γερουσίας (1828). Η συμμετοχή του Πετρόμπεη στα δύο αυτά σώματα που ίδρυσε ο Καποδίστριας και γενικότερα οι φιλικές σχέσεις των Μαυρομιχαλαίων μαζί του δεν κράτησαν πολύ, εξαιτίας της επίμονης προσπάθειας του Καποδίστρια, με όργανο το νομάρχη Γενοβέλη, να εκμηδενίσει την επιρροή των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη.

Για το λόγο αυτό, στα 1830, ο αδελφός του Πετρόμπεη, Τζανής Μαυρομιχάλης, κίνησε στην Τσίμοβα λαϊκή στάση και ξεσήκωσε τους Μανιάτες εναντίον του νομάρχη της περιοχής. Ο Πετρόμπεης υποχρεώθηκε να παραμένει στο Ναύπλιο, ουσιαστικά κρατούμενος, ενώ ο Καποδίστριας κάλεσε τον Τζανή στο Ναύπλιο, για να συνεννοηθούν. Όταν όμως εκείνος έφτασε εκεί, πιάστηκε και φυλακίστηκε στο Παλαμήδι του Ναυπλίου.

Λίγο αργότερα, κλείστηκε και ο ίδιος στη φυλακή, όπου έμεινε υπόδικος εννιά μήνες με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Η σύλληψή του, ξεσήκωσε νέα αναταραχή σε ολόκληρη τη Μάνη.

Ο Πετρόμπεης ζήτησε γι’ αυτό την άδεια να εγκαταλείψει το Ναύπλιο και να φύγει στη Μάνη, για να κατευνάσει τα πνεύματα. Αλλά η άδεια δεν του δόθηκε. Ο φόβος του κυβερνήτη απέναντι στον τοπικό φατριασμό οδήγησε στην σύλληψη ενός από τους πρωτεργάτες της επανάστασης του 1821.

mani.org.gr

Η Διαθήκη Του Γιώργάκη Μαυρομιχάλη

Λίγο πριν εκτελεστεί ο Γιώργος Μαυρομιχάλης ( δολοφόνος του Καποδίστρια ) συνέταξε την διαθήκη του…….

Ζήτησε να τον μεταλάβει παπάς από την Μάνη….. Την συνέταξε στο Παλαμήδι όπου κρατείτο…..

Η Διαθήκη του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη

« Εν ονόματι του Ιησού Χριστού και Θεού μου, και υπεραγίας ημών δεσποίνης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων, αμήν. Επειδή μέλλει ως άνθρωπος να αποθάνω, δέομαι θερμώς να με συγχωρήσουν τον αμαρτωλόν και να με ελεήσουν, ως φιλάνθρωπος πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος όπου είναι ο Ιησούς Χριστός μας.

Μεσιτεία της υπεραγίας ημών δεσποί­νης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων. Ακολούθως δε αιτώ δακρυροώς συγχώρησιν παρ’ όλων των χριστιανών και παρ’ όλων των ανθρώπων εις όσους έπταισα ή και μη οίτινες έστωσαν και παρ’ εμού του αμαρτωλού συγχωρημένοι, και ο κύριός μας να τους συγχωρήση και αναπαύση εγκόλποις Αβραάμ, ότι ο παρών κόσμος είναι πρόσκαιρος και μάταιος, και έκαστος ας αγωνισθή να απολαύση το έλεος και συγχώρησιν του Χριστού και Θεού μας, ίνα κερδήση την παντοτεινήν ζωήν˙ ειδέ αλλοίμονον, ως και εις εμέ τον αμαρτωλόν˙ έστωσαν δε συγχωρημένοι και όσοι με κατεδίκασαν εις τον θάνατον, και ο Θεός μας ας τους συγχωρήση και ουδείς των συγγενών μου δηλ : Πατρός, Μητρός, αδελφών, θείων, ή και αυτής της πολυπαθούς και τεθλημένης γυναικός μου, να εγκαλέση τινά εξ αυτών˙ ούτε προσέτι η ιδία πατρίς μου δηλ : η Ελλάς να ζητήση ένεκα της αδίκου κρίσεως και τρόπου όπου εκρίθην ικανοποίησιν˙ αλλά δέομαι των πάντων ομογενών μου Ελλήνων να ενωθώσιν ειλικρινώς και να υπερασπισθούν τα δίκαια της φιλτάτης πατρίδος μας Ελλάδος, υπέρ της οποίας αποθνήσκω και εγώ ο αμαρτωλός˙ να στερεώσουν τρόπον ελεύθερον εκλογών, σύντα­γμα, και νόμους ελευθέρους και υπέρ της διατηρήσεως των οποίων να μάχωνται ως διδάσκει ο θείος απόστολος, μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Δέομαι θερμώς όλης της Ελλάδος και όλων των αξιωματικών, πολιτικών και στρατιωτικών, να αγαπούν και να υπερασπισθούν τους δυστυχείς Γο­νείς μου, αδελφούς μου, θείους μου και λοιπούς συγγενείς μου, ως και αυτήν την αθλίαν και τεθλημένην σύζυγόν μου· επίσης δε δέομαι θερμώς και || των τριών φιλανθρώπων δυνάμεων, αίτινες έχυσαν τόσον αίμα, και τόσας άλλας πολυειδείς θυσίας υπέρ της Ελλάδος έκαμαν να μη ανεχθούν επομένως και ακολούθως να δουλωθή από κανένα άνθρωπον, αλλά να στη­ρίξουν την ελευθερίαν της και τους καλούς της Νόμους και να την υπερασπίζωνται, καθώς να υπερασπίζωνται και να ευνοούν και τους Γονείς μου και λοιπούς συγγενείς μου.

Επομένως απ’ όλα ταύτα αιτώ δακρυροώς την ευχήν και συγχώρησιν του Σ. Πατρός μου, της Μητρός μου, της κυρούλας μου, των θείων μου, των αδελφών και εξαδέλφων μου, και όλων των συγ­γενών μου, και ας είναι και ούτοι συγχωρημένοι από τον Ιησού Χριστόν μας και απ’ εμέ τον αμαρτωλόν˙ας με συγχωρήσουν oι Γονείς μου εις ότι τους έπταισα εκ νεότητός μου, και η ευχή τους ας δυσωπήση τον Χριστόν και Θεόν μας εις το να ελεήση και εμέ τον αμαρτωλόν.

Επειδή όμως και ως άνθρωπος είμαι ανακατομένος και χρεωστώ εις πολλούς και έχω ενταυτώ λαμβάνειν παρά τινων και από το έθνος, προ πάντων όμως χρεωστώ την προγαμιαία[ν] δωρεάν της γυναικάς μου, ήτις πρέπει να προτιμηθή, αλλά μη έχων τόσην πολλήν κατάστασιν ώστε να φθάνη την προγαμιαίαν δωρεάν και τους χρεωφειλέτας μου, Ιδού τα διορίζω ως ακολούθως˙ η προγαμιαία δωρεά της τεθλημένης μου συζύγου είναι δύο χιλιάδες τάλληρα, αναλόγως της προικός όπου ελάμβανον, αγκαλά είναι και ολίγη.

Τα δε χρέη μου είναι τα ακόλουθα˙ χρεωστώ πεντακόσια τάλληρα εις τον Κ. Καριτζιώτην οπού είναι εις Τριέστι, και ταύτα από τον καιρόν όπου επήγα στην Αγκώνα σταλμένος παρά τον έθνους· και επειδή ετράβηξα πόλιτζα και δεν επληρώθη, ο ρηθείς να πληρωθή από τα απο­δεικτικά μου όπου έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι το έθνος χρεωστεί να τα δώση, επειδή κατά διαταγήν του ήμην εκεί και τα εξώδευσα, αγκαλά εξαργυρώνει και τα αποδεικτικά του. Ωσαύτως και όσα μέλλει να λαμβάνη ο Κ. Δουρούτης από Αγκώνα, να τα λάβη και αυτός από τα αυτά αποδεικτικά. Χρεωστώ και προς τον Κ. Χριστόδουλον Μαρίνογλου εκατόν τάλ­ληρα οπού με τα εδάνεισαν εις Κοριφούς και να τα λάβη από τα αποδει­κτικά τα αυτά.

Χρεωστώ και || δι’ ομολογίας μου προς τον θείον μου Κ. Δημητράκη Πικουλάκη χίλια πεντακόσια γρόσια, από τα οποία έλαβεν από άλλας μας δοσοληψίας τα εξακόσια, τα δε άλλα τα χρεωστώ, καθώς επίσης χρεωστώ και προς τον θείον μου τον Θεοδόσιον έως χίλια τριακόσια γρό­σια : και οι δύο ούτοι να τα λάβουν από την ομολογίαν του Νικολή Τζιριγοτάκη, και του αγίου Πρωτοσυγγέλου συμπεθέρου μας.

Αυτά όλα τα χρέη είναι προτού νυμφευθώ, διό και ως γράφω ούτω να πληρωθούν. Μετά δε τους Γάμους μας είναι τα ακόλουθα, τα οποία εκάμαμεν μετά της τεθλημένης γλυκυτάτης συζύγου μου. του Κ. Γιάγκου Σούτζου του χρεωστούμεν εκατόν εξήντα τρία τάλληρα και έχει ομολογίαν δια τριακόσια, και επειδή δεν είχε να μας δώση τα άλλα έμεινεν η ομολογία, χρεωστούμεν και χωρίς ομολογίας εις τον Κ. Λυκούργον Ίω. Κρεστενίτην τριακόσια πενήντα γρό­σια, πάρα πάνω ή πάρα κάτω, ο ίδιος εξεύρει. χρεωστούμεν χίλια πεντακόσια γρόσια δι’ ομολογίας μας προς τον Κ. Βασιλάκη Χριστόπουλον. Επί­σης με ομολογίαν μας άλλα τόσα εις τον Κ. Ιω. Μπαρλαδά˙ μίαν Ισπανικιά δούπια εις τον κουμπάρον μας Καμπερόπονλον, και ήμισυ εις τον κ. Δημήτριον Τομαρά ή δέκα τάλληρα δεν ενθυμούμαι, διότι με τα ήφερεν ο Τριαντάφιλος άνθρωπος μας τότε, χρεωστούμεν και προς τον Κ. Χρ. Τζάντα σαράντα Γαλλικά και έως επτακόσια γρόσια εις τον μπάρπα Τζανέτον, ο οποίος έχει όλα μου τα φορέματα, το δικάνολον δουφέκι και το φράγγικον σπαθί μου· όλων των άνω ειρημένων τα χρέη, καθώς και της Κ. Μπενάκενας, το οποίον χρεωστούμεν, να πληρωθούν εκ των εισοδημάτων της προικός μου, τα οποία είναι ικανότατα να τα αποπληρώσουν˙ καθώς και επτά τάλληρα οπού χρεωστώ εις τον Κ. Κωνστ. Κλονάρην, να πληρω­θούν επίσης. Εις δε τον μενέαν(;) Γιανάκη χρεωστούμεν επτακόσια τριάντα γρόσια, και δέκα τάλληρα προτήτερα˙ και έχει αμανάτια εδικά μας εις χείρας του Mισέ Στρατή, ένα μαλαγματένιον ώρολόγιον ρεπετιτζιόνε καλόν, εν μακρύ παλαιόν δακτυλίδι διαμαντένιον, το οποίον κάμνει έως εξακόσια γρόσια, ένα μαλαγματένιον || ζουνάρι δρ(άμια) δεκατρία, και μία σχεδόν οκά ασήμια γγεμίου˙ το δακτυλίδι και ζουνάρι είναι ίδια της τεθλημένης μου γυναικός. Τα γρόσια ταύτα να δωθούν από το εισόδημα της προικός και να τα λάβη η γυναίκα μου. Επίσης δε να πληρωθή και ο κουμπάρος μου Κ. Γεώργιος Θεοφανόπουλος δια το ενοίκιον του οσπητίου του δέκα επτά μηνιάτικα, διότι τα άλλα επτά τα έχω πληρωμένα, προς γρόσια διακόσια τον μήνα, και όσα άλλα οπού εψωνίζαμεν του χρεωστούμεν εις το εργα­στήρι, πάνω ή κάτω, και μερικά άλλα του σπητιού έως διακόσια γρόσια, όλα ταύτα, τα τε ενοίκια και λοιπά θέλει πληρωθή και ο ρηθείς εκ των εισοδημάτων της προικός, διότι ως είπον είναι ικανά να τους αποπληρώσουν όλους. να λάβουν και oι Πετρινιώτες χιλίων γροσίων ενδεικτικά μου εξ ων έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι υποπτεύομαι ότι τους ηδίκησα μίαν φοράν.

Προσθέτω όσα πρέπει να δοθούν εξ ών έχω πραγμάτων. Να δώση ο αδελφός Αναστάσιος προς τον Κ. Σπυλιωτόπουλον το νδουφέκι όπου έχει ο εξάδελφός μας Γεώργιος Κουράκος, και το κανοκυάλι όπου το έχει ο θειός μας Ηλίας Δημητρακαράκος, διότι αυτά δεν είναι ιδικά μου αλλ’ είναι του Κ. Σπηλιοτοπούλου. Ήτον και ένα άλλον δουφέκι του ιδίου, το οποίον δεν ηξεύρω τι έγινε, αλλ’ εκ των πραγμάτων μου να πληρωθή ογδοήκοντα γρόσια˙ η δε αθλία και γλυκυτάτη μου σύζυγος να δώση εις τον φίλτατόν μου αυτάδελφον Αναστάσιον το μονόπετρον διαμαντένιον δακτυλίδι και το (το) πλατύ και όχι πολύτιμον λουλούδι, διότι είναι ιδικά του και της γυναικός του. Ενταύθα ακολούθως έπονται τα ψυχικά μου, και παρακαλώ την γλυκυτάτην μου σύζυγον να τα δώση αμέσως έως εις τας εννέα του θανάτου μου. και ταύτα θέλει τα δώση από τα φορέματά μου, τα οποία ή να τα πωλήση και να δώση παράδες, ή τα ίδια αφιερεί εις τας εκκλησίας και μοναστήρια. Να δώση εις το άγιον Μέγα Σπήλαιον ήτοι εκατόν πενήντα γρόσια δια να μνημονεύωμαι, να δώση εις τους Ταξιάρχας εκατόν γρόσια.

Εις τον άγιον Βλάση πενήντα εις Τρίκαλα «Επειδή το χαρτί δεν εξήρκεσεν ακολουθεί άλλη κόλα και κανείς να μη δύναται να τας χωρίση τας κόλας και υποσημειούμαι Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα εις την ώραν του θανάτου μου ιδίαις χερσί // ακολουθεί η δευτέρα κόλα και τα πλέον ουσιώση τα έχη η πρώτη κόλα, και κανείς να μη δύναται να χωρίση ταις κόλαις και να διαιρέση την διαθήκην μου».

Εις τον άγιον Βλάσην ως είπον πενήντα εις Τρίκκαλα. Εις τον άγιον Γεώργιον πενήντα. Εις τον άγιον Ανδρέαν όπου επροσευχήθην εκατόν, δηλ. του Παλαμιδίου. Εις τον άγιον Ιωάννην του Άργους, εις τον Πρόδρομον εκατόν γρόσια, εις τον άγιον Γεώργιον του Ναυπλίου πενήντα γρόσια και πενήντα εις τον άγιον Σπυρίδωνα δια να με μνημονεύουν τον αρματωλόν. Να δώσης, ω αγαπητή μου γυναίκα και σαράντα γρόσια της χήρας κρητικιάς όπου είναι εις το σπίτι του Ναυπλίου, και άλλα σαράντα της άλλης κρητικιάς όπου έχει το κοριτζάκι. Να μεράσης εις τους πτωχούς και εις τα ορφανά πεντακόσια γρόσια, και αν δύνασαι και χίλια, να με ενθυμείσαι συχνά, και δις της εβδομάδος να διορίζης να λειτουργούν υπέρ της ψυχής μου, ή καν μιαν φοράν, αν δεν δύνασαι δύο.

Να λάβης από τον εξάδελφόν μας Ηλία Δημητρακαράκον ταις πιστόλαις μου και τα ασημένια πατρόνια μου, ταις οποίαις και τα οποία τα πωλείς και δίδεις ευθύς τα όσα γράφω. Να πωλήσης το άτι μου και να δώσης είκοσι πεντάφραγκα εις τον Κ. Νικόλαον Μαυρομάτην, να πληρώσης τον σεΐζη οπού του χρεωστούμεν έξ ή επτά μηνιάτικα. Να πληρώσης οκτώ γρόσια του πεζού οπού είχον στείλη εις την Κόρινθον, τον οποίον γνωρίζει ο Αναστάσης˙ να δώσης και του Κωσταντή του ορφανού οπού έχομεν στο σπήτι εκατόν γρόσια, ή να του βάλης στο διάφορον δια να του αυξήσουν, πλήν ο τόκος να είναι μικρός, και όχι ως συνηθίζουν εδώ. τέλος πάντων τα ψυχικά μου να τα δώσης αμέσως έως ταις εννέα, εβγάζουσα τα ρούχα μου εις την πώλησιν, ή να τα αφιερώσης˙ ρούχα οπού να αχρήζουν την κάθε τιμήν οπού λέγω.

Φιλτάτη μου γύναι, μην καταδεχθής ποτέ δια να με αφήσης στερημένη την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, αλλ’ ως γράφω ούτω να κάμης˙ πώλησε το νδουφέκι μου, τα φορέματά μου και δόσετέ τα αμέσως ή αφιέρωσε τα ίδια και οι ηγούμενοι των Μοναστηρίων και οι επίτροποι των εκκλησιών ας τα πουλήσουν. προσέτι σε αφιερώνω εις την θείαν Πρόνοιαν, εις την οποίαν να έχης πάντοτε την προσήλωσίν σου και από την κυρίαν μας Θεοτόκον να ελπίζης, και ποτέ σου να μη θελήσης να ακούσης κόλακας ή υποκριτάς, διότι εγώ σε ομνύω αγαπητή μου συμβία, ότι όλα ταύτα τα του κόσμου είναι μάταια, και εν ω ήμην τώρα εις τα δεσμά τα είδον με τα ίδιά μου ομάτια και εγνώρισα βεβαίως την δύναμιν του Θεού μας, του Χριστού μας και της υπεραγίας μας δεσποίνης, τους οποίους νυχθημερόν να λατρεύης και να δέεσαι δια τον εαυτόν σου, δια την ορφανήν Φωτεινή και δια την τεθλημένην ψυχήν μου. σε αφιερώνω εις την κυρίαν μας θεοτόκον γλυκυτάτη μου συμβία και σε εξορκίζω εις αυτήν να μην υπανδρευθής και μείνη η Φωτεινή εις τους πέντε δρόμους, ή την κτυπά ο άνδρας σου. σε εξορκίζω πάλιν εις την χάριν της να μην υπανδρευθής, αλλά καθώς όταν έπιπτε μεταξύ μας λόγος με ορκίζεσου ότι δεν θέλεις το κάμης ποτέ εάν μοί ακολουθήση θάνατος.

Ιδού λοιπόν τώρα όπου αποθνήσκω και σε παρακαλώ θερμώς και σε εξορκίζω εκ τρίτου εις την κυρίαν μας Θεοτόκον να μην υπανδρευθής, αλλά να σταθής χήρα με σωφροσύνη και τιμιότητα, νηστεία και προσευχή αγαπητή μου γυναίκα, διότι τούτου του κόσμου είναι όλα πρόσκαιρα και μάταια.

Λοιπόν να αναθρέψης καλώς την Φωτεινήν και αν ο θεός θελήση και αποκτήσης και αρσενικόν παιδίον οπού είσαι έγγυος, να το ονομάσης Γεώργιον˙ ή δε και αποκτήσης θυληκόν, να το ονομάσης Γεωργίτζαν και να έχης και όνομά μου τοιουτοτρόπως πάντοτε εις την μνήμην σου. να περιποιήσαι τα παιδία μας, αν σας χαρίση και άλλο ο Θεός και Χριστός μας˙ να φυλάττης την ζωήν τους και να διδάξης τα γράμματα, την χρηστοήθειαν και την ευσχημοσύνην και τιμιότητα˙ να ζης πάντοτε με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου και να μη καθήσης μόνη σου, διότι ο κόσμος θα σε επισωρεύση πολλά. τον πενθερόν σου σε αφήνω να σε επιτροπεύη και με την γνώμην και συμβουλήν του να κινάς κάθε πράγμα σου και δουλειά σου.

Ομοίως ας είναι συγχωρημένοι από τον Ιησούν Χριστόν και Θεόν μας ο πενθερός μου και ο θειός μας με όλους τους λοιπούς συγγενείς μας και από εμένα τον αμαρτωλόν και αι ευχαί των ας με συνοδεύσουν.

Πλην αγαπητή μου συμβία να αγαπήσης με αυτούς δια μέσου του πενθερού σου και να φυλαχθής να μη δώσης το προικοσύμφωνόν σου, διότι με αυτό θέλεις περάσης καλώς, θέλεις αναθρεύσεις τα παιδία μας και θέλεις ακολούθως τα προικίσεις. Όθεν ο πενθερός σου να σταθή μαζί με τον συνήγορόν μας Κ. Κλονάρη να κάμετε μιαν φθιάσιν δικαίαν και καλήν, να πληρωθούν τα χρέη, να λάβουν και συνήγοροί μας άλλας οκτώ ήμισυ χιλιάδας γρόσια διότι τους έχω δομένα έως χίλια πεντακόσια πενήντα˙ λοιπόν δια μέσου του πενθερού σου να αγαπήσης και να τα φθιάσης με τους γονείς σου, αλλά πάντοτε να ζης με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου, δια να βλέπη και αυτός τα παιδία μας να παρηγορήται ο άθλιος πατήρ ο οποίος εγέννησεν τόσους υιοὐς και δια την πατρίδα τους στερήθη όλους σχεδόν και αδελφούς. Αλλ’ ας χαίρη διότι τους στερείται ενδόξως και όχι κατησχημένως \\ να ζης μαζί του, διότι τότε θέλει σε υπολήπονται περισσότερον και δεν θέλει σε κατηγορεί ο μάταιος κόσμος˙ και σε εξορκίζω να το κάμης. προσέτι σε ορκίζω ώστε αμέσως να στείλης το σπαθί μου το φράγγικον, οπού αξίζει έως τριάντα τάλληρα εις τον πατέρα ή εις την μητέραν, ή αν δεν ζουν αυτοί, εις δυο αδελφούς οπού είχεν ένα παιδί κορωνιοτόπουλον, το οποίον εγώ εσκότωσα χωρίς να θέλω εις τον πόλεμον του Ιμπραήμη εις Αλμυρόν˙ και να το στείλης το σπαθί, διότι είναι πτωχοί δια να με συγχωρήσουν. Προσέτι να δώσης άλλα διακόσια πενήντα γρόσια εις πτωχούς, διότι τα έχω άδικα παρμένα από κάποιους Μεσσηνίους, των οποίων τα ονόματα δεν ενθυμούμεν, και άλλα σαράντα γρόσια εις ένα Καλαματιανόν οπού τον γνωρίζει ο Γιάννος, οπού εψωνίζαμεν εις του Φρουτζάλα.

Το καλόν σπαθί μου, ω αγαπητή μου συμβία και γλυκία, αν κάμης αρσενικόν παιδί να το φυλάξης δια να το έχη˙ ειδέ και κάμης θηλυκόν, να το πουλήσης και να το δώσης δια την ψυχήν μου.» Εξ όλων τούτων οπού γράφω να μη δυνηθή κανένας να αναιρέση το παραμικρόν, αλλά να είναι ως προς τας δοσοληψίας μου αμετάθετα και αμετακίνητα και ως προς τα χρέη μου. όλη δε η άλλη συγύρις του σπητιού μας και ότι περισσεύση από τα ρούχα μου, τα οποία μ΄όλις θα μείνουν τρεις χιλιάδες γρόσια, αυτά δηλ: όσα και αν είναι και όσαι εθνικαί ομολογίαι περισσεύσουν, αυταί και αυτά να είναι της γλυκυτάτης μου γυναικός εις προγαμιαία αυτής δωρεάν. δια δε κληρονομίαν δεν έχω να αφήσω τίποτε εις τα παιδιά μας, αλλ’ επειδή την προίκα οπού έμελε να πάρω εδόθη τοσαύτη ένεκα του (Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα ιδία χειρί ακολουθεί η τρίτη κόλα) ατόμου μου, δια τούτο η γυνή μου η αγαπητή, πρέπει να περιθάλψη τα παιδία μας και να τα προικίσης, ω φιλτάτη μου γύναι, και να τα αγαπάς.

Μη με ξεχάσης ποτέ σου εν όσω ζης, διότι θέλει αδικήσης τον εαυτόν σου και την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, την οποία αφιερώ και κρεμώ εις τον τράχηλόν σου, και να δώσης ταχέως τα ψυχικά μου και όσα διορίζω χωρίς άλλο˙ το σάλι το παλαιόν το κόκκινον είναι του μακαρίτου του αδελφού μου Γιάννη, και να το δώσης εις τον άγιον Ιωάννη του Άργους˙ ομοίως να δώσης και δια τον αδελφόν μου τον Ηλίαν τα κόκκινα χρυσά τουζουλούκια και την φέρμελην την κόκκινην την χρυσή δια την ψυχήν του, επειδή και εγώ είχον πάρη ένα ιδικόν του τακίμι˙ να πληρώσης τον μάγειρον έως διακόσια γρόσια οπού είχεν έξοδα δια ημάς εις το σπήτι˙ να δώσης εις την μαγέρισσα ένα τάλληρον διότι το χρεωστώ˙ να λάβης από τον Μαστροσταύρον τα ρούχα οπού είχε κομμένα να με ράψη και να τα δὠσης εις τον κουνιάδον σου τον Δημητράκη, τον αγαπητόν μου αυτάδελφον να τα φθιάση και να τα φορέση˙ να πάρεις και πέντε τάλληρα Γαλλικά οπού έχω δομένα του Μαστροσταύρου. προσέτι να δώσης εις τον Δημήτρη τον ντελάλι τριάντα δύο πεντάφραγγκα Γαλλικά και να λάβης το ωρολόγιόν μου με την άλυσόν του με το μαλαγματένιον κλειδί και βούλα μαλαγματένιαν, το οποίον αχρήζει τρίδιπλα. Τέλος πάντων να δώσης εκατόν πενήν[τα] γρόσια εις τον Ιερέα οπού με εξομολόγησεν, ή το κοντογούνι μου, ή το σάλι μου. Τα δακτυλίδιά μου τα έχω δωμέ\\[να] εις τον κύριον φρούραρχον του Παλαμηδίου, και τα οποία τα παρατώ επάνω του δια να με ενθυμήτε και σεις όλοι οι συγγενείς μου να μη τα ζητήσετε, αλλά να έχητε φιλίαν, επειδή μ’ όλον ότι κάμνει τα χρέη οπού διορίζετο, έδειξε και εις εμέ φιλανθρωπίαν.

Όλα ταύτα οπού γράφω να εκτελεσθώσιν απαραμοιώτως είτι και (;) άλλως να μη δυνηθή να κάμη, και όποιος κάμη αλλέως να έχη τας αράς των οσίων πατέρων, αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων, αμήν. και συ ω αγαπητή μου γυναίκα να φυλάξης σε παρακαλώ θερμώς τα όσα σας λέγω και σας παραγγέλω δηλ: να μην υπανδρευθής, να με ενθυμήσαι και να με λειτουργής , να αγαπάς και να περιποιήσαι τα παιδιά μας, να δώσης ευθύς τα ψυχικά, να κάθεσαι μαζί με τον πενθερόν σας και να αγαπηθής με τους γονείς μας δια μέσου του πενθερού σου και του συνηγόρου μας κ. Κ. Κλονάρη και Κ. Κενταύρου, χωρίς να παραχωρήσης το προικοσύμφωνόν μας, αλλά να πάρης το τρίτον και της πενήντα πέντε χιλιάδες γρόσια, τα εισοδήματα δια να πληρώσης οπού χρεωστούμεν. Εάν κάμης διαφορετικώτερα, να γίνω βάτος να σε πιάσω και να σε κρίνω εις τον άλλον κόσμον.[12] συγχωρήσατέ με όλοι σας εμέ τον αμαρτωλόν και ο πανάγαθος Θεός να σας χαρίση όλα τα αγαθά, αμήν. ώστε και παρ’ εμού συγχωρημένοι.

( Σ. Β. Κουγέα, Η Διαθήκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, Πελοποννησιακά, Τόμος Ά, 1956).

Γιώργος Γιαννούσης