Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Ο παππούς ο Μιχάλης (Γιωργακιάνοι-Βασιλιάνοι)

Ο ποιητής γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου του 1903 στη Γέρμα, ένα μικρό  χωριό της κεντρικής αποσκιαδερής Μάνης. Ήταν το τέταρτο παιδί του Δημήτρη και της Ισαβέλλας, που συνολικά στα δώδεκα πρώτα χρόνια του γάμου τους απόχτησαν οχτώ παιδιά, ένα κορίτσι και εφτά αγόρια.

Οι γονείς του ποιητή κατάγονταν από δυο αντιμαχόμενες εχθρικές πατριές, από τους Βασιλιάνους ο πατέρας και από τους Γιωργακιάνους η μητέρα. Τα συγγενολόγια αυτών των πατριών απλώνονται σε καμιά δεκαριά χωριά της Κεντρικής Μάνης, από το Οίτυλο και την Κελεφά ως τον Αη Βασίλη και τη Μαραθέα.

Η οικογενειακή μυθολογία ανάγει την αρχή των πατριών στην ύστερη Φραγκοκρατία, όταν δυο αδέλφια, ο Βασίλης κι ο Γιωργάκης, γιοι κάποιου βυζαντινού άρχοντα που λεγόταν Μιχαήλ (όλες οι επιφανείς μανιάτικες οικογένειες κατάγονται από κάποιον βυζαντινό άρχοντα…), καταφύγαν στη Μάνη για να γλιτώσουν από τους δολοφόνους του πατέρα τους. Εγκαταστάθηκαν στο Οίτυλο κι ήταν σ’ όλην τη ζωή τους αγαπημένοι. Το ίδιο και τα παιδιά τους.  Τα εγγόνια τους όμως χωρίστηκαν από οικονομικές αιτίες και από τότε ανάμεσα στους απογόνους του Βασίλη, τους Βασιλιάνους και του Γιωργάκη, τους Γιωργακιάνους γεννήθηκε μίσος βαθύ, που με τη σειρά του  γέννησε αιματηρούς γδικιωμούς και πολύνεκρες συγκρούσεις. (Οι Μανιάτες δεν μεταχειρίζονται τον όρο ‘βεντέτα’ για την εθιμική αντεκδίκηση, αλλά το ‘γδικιωμός’).

Σε μια φάση της αιωνόβιας αυτής έχθρας, οι Γιωργιακιάνοι είχαν καταφέρει να σκοτώσουν όλους τους αρσενικούς Βασιλιάνους, αλλά μια έγκυος Βασιλόνυφη, που κατέφυγε για προστασία στο επίσης ισχυρό γένος των Κυβελιάνων, γέννησε αρσενικό παιδί, που με τα χρόνια αναγέννησε τη γενιά.

Το τελευταίο επεισόδιο στη σειρά των αδιάκοπων σκοτωμών σημειώθηκε στα 1875 ανάμεσα Γέρμας και Κελεφάς, όταν οι Γιωργακιάνοι σκότωσαν κάποιο φαμέγιο, Μετζήτη ονόματι, ακουμπισμένο στους Βασιλιάνους, που φυσικά ζήτησαν γδικιωμό. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν δύο εξέχοντες Βασιλιάνοι και τρεις εξ ίσου σημαίνοντες Γιωργακιάνοι. Ο Μιχάλης, ο παππούς του ποιητή, καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλακή για τη συμμετοχή του στους σκοτωμούς, αλλά στα τρία χρόνια πήρε χάρη από τον βασιλιά Γεώργιο.

Ο παππούς ο Μιχάλης ήταν από κάθε άποψη επιβλητικός άνθρωπος. Ψηλός, σωματώδης, ομορφάντρας, οξύθυμος και εριστικός, ασυγκράτητος και πληθωρικός αλλά ταυτόχρονα καλόκαρδος και πονετικός, έγινε ένας από τους αρχηγούς των Βασιλιάνων κι όχι μόνο στο χωριό του. Το κύρος του ενίσχυε το γεγονός ότι κοντά στ’ άλλα προσόντα του τα χέρια του πιάναν και το μυαλό του έκοβε και επί πλέον ήξερε γράμματα.

Γεννήθηκε στα 1848 και έφηβος ακόμα έχασε τον πατέρα του τον Σαράντο, που πέθανε το 1860, σε ηλικία 42 χρονών. Από τα εφηβικά του χρόνια δεν καθόταν ήσυχος και παρά το νεαρό της ηλικίας του πήρε μέρος στη μεγάλη εξέγερση του 1862 κατά του Όθωνα, που κατέληξε στην έξωσή του. Άλλωστε κι ο πατέρας του ο Σαράντος δεν πήγαινε παρακάτω. Είχε πρωτοστατήσει κι αυτός στην πρώτη εξέγερση κατά της Αντιβασιλείας, τότε που οι Μανιάτες αιχμαλώτισαν ολόκληρο λόχο Βαυαρών, που προσπάθησαν κατόπιν να τους πουλήσουν σκλάβους στους πειρατές της Τρίπολης. Όπως διηγόταν στον γιο του, οι Βαυαροί φορούσαν λαμπρές χρυσοποίκιλτες στολές κι οι Μανιάτες ζητούσαν «ένα σφάντζικο για το Βαυαρό γυμνό και δύο για το Βαυαρό ντυμένο».

Μετά το μακελιό του 1875, ο Μιχάλης έβγαλε την ποινή του στις φυλακές της Πύλου, δηλαδή στο  μεσαιωνικό φρούριο του Ναυαρίνου, όπου μάλιστα έμαθε γράμματα σ’ ένα συμπατριώτη του φυλακισμένο επίσης για την ίδιαν υπόθεση. Η πρώτη  φράση που έγραψε ο μαθητής του χωρίς τη βοήθεια του δασκάλου του ήταν:

-Και τώρα Μιχάλη σ’ έχω χεσμένο!

Στα δύσκολα χρόνια της φυλάκισης, η γυναίκα του η Τασία αναδείχτηκε η πραγματική κολώνα του σπιτιού. Φρόντιζε τα δυο παιδιά της, το Δημήτρη που ήταν νήπιο και τη Μηλιά, την πεθερά της, το χτήμα και τα ζωντανά και κάθε μήνα ζωνόταν δυο πιστόλες, έπαιρνε μαζί της ψωμί, όσπρια, τραχανά, αλλαξιές με ασπρόρρουχα και τραβούσε δυο μέρες δρόμο στον φυλακισμένον άντρα της.

Βγαίνοντας από τη φυλακή ο Μιχάλης αποφάσισε να σταματήσει τον γδικιωμό με τους Γιωργακιάνους, πράγμα που δεν ήταν εύκολο γιατί οι Βασιλιάνοι, οι δικοί του δηλαδή, είχαν βάλει σκοπό να σκοτώσουν τον κάλλιο των Γιωργαακιάνων,  τον Δημητράκη τον Οικονομίδη, που υπηρετούσε στο Γύθειο αλλά κάθε Σαββάτο βράδυ ερχόταν στο χωριό του, στο Κρυονέρι, στήνοντάς του χωσία στη Φράγκα. Ο Μιχάλης όμως έστειλε με έμπιστό του άνθρωπο μήνυμα στον Οικονομίδη να μη γυρίσει απ’ τον συνηθισμένο δρόμο, αλλά να περάσει από τη Γέρμα, στο σπίτι του. Ο Οικονομίδης, άνθρωπος μυαλωμένος και πράος, ακολούθησε τη συμβουλή και οι δυο επιφανείς εκπρόσωποι των αντίπαλων γενών αποφάσισαν, για να σταματήσει ο γδικιωμός, να παντρέψουν εν καιρώ τα παιδιά τους, όπως έγινε αρκετά χρόνια αργότερα.

Ο Μιχάλης είχε έναν μοναχογιό, τον Δημήτρη, που γεννήθηκε το 1875, λίγο πριν φυλακιστεί ο πατέρας του, ενώ ο Δημήτρης ο Οικονομίδης είχε δυο κόρες, τη Σοφία και την Ισαβέλλα, πέντε και τριών ετών όταν κλείστηκε η συμφωνία, η οποία, παρά τις εκατέρωθεν αντιδράσεις, τηρήθηκε. Ο Δημήτρης κι η Ισαβέλλα αρραβωνιάστηκαν στα 1890, αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, (ο γαμπρός ήταν τότε 15 και η νύφη 12 χρονώ), ο γάμος έγινε τέσσερα χρόνια αργότερα.

Ο γάμος έγινε τυπικά με προξενιό, όπως άλλωστε όλοι σχεδόν οι γάμοι εκείνον τον καιρό, ο Δημήτρης όμως έτσι κι αλλιώς καλόβλεπε την Ισαβέλλα. Ο γάμος τους  πήγε πολύ καλά, γιατί οι δυο σύζυγοι αγαπήθηκαν  μεταξύ τους και σ’ όλη τη διάρκεια της κοινής ζωής τους, που κράτησε 54 χρόνια, είχαν ο ένας για τον άλλον αλληλοσεβασμό και στοργή. Από το γάμο τους γεννήθηκαν οχτώ παιδιά, ένα κορίτσι η Τασία (1899) και εφτά αγόρια, ο Κώστας (1900), ο Μιχάλης (1901), ο Νίκος, (ο ποιητής 1903), ο Ηλίας (1905), ο Γιώργος (1907), ο Θόδωρος (1909) κι ο Γιάννης (1911).

Στο μεταξύ ο Μιχάλης είχε γίνει μέλος της γεροντικής του  χωριού, ενώ πολλές φορές είχε οριστεί “ξεβγαρτής”. Ο θεσμός του ξεβγαρτή, καθαρά μανιάτικος, γεννήθηκε από την ανάγκη να συνεχίζεται η οικονομική και κοινωνική ζωή ενός τόπου όταν ανάμεσα σε δυο οικογένειες ξεσπούσε πόλεμος. Τότε η γεροντική του χωριού όριζε ένα  μέλος μιας τρίτης, ουδέτερης, οικογένειας, άνθρωπο με κύρος και επιβολή, να συνοδεύει κάποιον από τους αντιμαχόμενους όταν περνούσε αναγκαστικά από τις περιοχές που έλεγχαν οι αντίπαλοι. Ο ξεβγαρτής, πάντοτε ένοπλος και κρατώντας ένα μεγάλο και χαρακτηριστικού σχήματος ραβδί, ήταν ο εγγυητής της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας του  συνοδευομένου όσο βρισκόταν δίπλα του, είχε δε το δικαίωμα να πυροβολήσει και να σκοτώσει όποιον θα επιχειρούσε να θίξει τον προστατευόμενο του. Αναφέρονται περιπτώσεις που ο ξεβγαρτής είχε τέτοιο κύρος και επιβολή, ώστε αρκούσε να δώσει το ραβδί του να το κρατά ο συνοδευόμενος, ενώ ο ίδιος έμενε σπίτι του για να είναι ο προστατευόμενος του άτρωτος.

Όταν ο Μιχάλης πάντρεψε και την κόρη του τη Μηλιά με το Δημήτρη τον Καπερνάρο από τον Βαχό, αποφάσισε, παρά τη μεγάλη για τα μέτρα της εποχής ηλικία του (είχε πια περάσει τα σαράντα) να μεταναστεύσει στην Αμερική, παρασυρμένος από το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα που σάρωσε την Ελλάδα στα τέλη του προπερασμένου αιώνα.

Μη έχοντας καθαρό ποινικό μητρώο έφυγε λαθρομετανάστης στην Κούβα, από όπου με καΐκι πέρασε στη Φλόριντα. Τους πρώτους μήνες δούλεψε σα  σκυλί στο στρώσιμο σιδηροδρομικών γραμμών στις Μεσοδυτικές Πολιτείες,  αρρώστησε όμως και με χίλια βάσανα και με τη βοήθεια άλλων ελλήνων μεταναστών βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου έκανε τον πλανόδιο πωλητή αράπικων φιστικιών, που τα λέγανε πινότσι. Όλοι αυτοί οι μικροπωλητές, μετανάστες χωρίς νόμιμα χαρτιά οι πιο πολλοί, ήταν στο έλεος των πάντων, αρχίζοντας από τους αστυφύλακες και τελειώνοντας στους μάγκες της γειτονιάς.

Η αμερικάνικη περιπέτεια του Μιχάλη κράτησε έναν περίπου χρόνο και τέλειωσε με μια συμπλοκή με κάποιους αλήτες που λεηλάτησαν το καρότσι του και με τους αστυνομικούς που προσέτρεξαν σε βοήθεια τους. Το γεγονός ότι ο Μιχάλης πήρε μαζί του στην Αμερική και το πιστόλι του, τον έσωσε από βέβαιο θάνατο ή φυλάκιση. Τραυμάτισε σοβαρά τον αστυνομικό που πήγε να τον συλλάβει και κατέφυγε σ’ ένα μανιάτη ξενοδόχο του λιμανιού, ο οποίος τον βόηθησε να μπαρκάρει σε κάποιο ελληνικό καράβι και να γυρίσει στην Ελλάδα.

Ο Μιχάλης γυρίζοντας στον τόπο του συνόψισε τις εντυπώσεις του από την Αμερική με τη φράση:

-Εκεί οι άνθρωποι δουλεύουν σαν είλωτες και ζουν σα σκυλιά.

Πέθανε σε βαθιά γεράματα (*) το 1922, την ώρα που μαζί με τα μικρότερα εγγόνια του το Θόδωρο και το Γιάννη κόπριζε τις ελιές. Φόρτωνε στο μουλάρι την κοπριά από το γαλάρι τους στον Πουληγά και τα παιδιά με το ζώο πήγαιναν και τη σκόρπιζαν στα δέντρα. Όσο να πάνε και να ρθούνε ο γέρος ξάπλωνε σε μια μπατανία και τον έπαιρνε για λίγο. Κοιμισμένον τον βρήκε ο χάρος.

(*) Βαθιά γεράματα με τα μέτρα της εποχής -ήταν 74 χρονών.

sarantakos.wordpress.com

Advertisements

Στρατηγιάνοι (Οίτυλο)

Man oik

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΕΑ  (Οίτυλο)

ΠΑΤΡΙΑ: Λαβουρεντιάνοι   ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Στρατηγιάνοι

Παλαιά οικογένεια στο Οίτυλο όπως αναφέρει και τοπική παράδοση είναι και η οικογένεια Στρατηγέα. Η αναφερθείσα οικογένεια αποτελεί κλάδο της πατριάς των Λαβουρεντιάνων του Οιτύλου. Μέλη της βέβαια με την πάροδο του χρόνου είχαν μετακινηθεί και στην γειτονική Καρέα και Κρυονέρι ήδη πριν από το 1850.

Για την καταγωγή της πατριάς αυτής με το λατινικό όνομα Lavurentes, υπάρχουν δύο εκδοχές. Η μία (του Μιχάλη Μπατσινίλα) αναφέρει πως κατά πάσα πιθανότητα ήταν απόγονοι των Αρβανιτών που έφεραν οι Παλαιολόγοι στην Πελοπόννησο γύρω στα 1400 σαν καστροφύλακες αλλά και να ενισχύσουν πληθυσμιακά τον τόπο που μαστιζόταν από αρρώστιες και η άλλη (του Κ. Κάσση) που λέει πως οι Λαβουρεντιάνοι έχουν λατινικό όνομα διότι αποτελούσαν μέρος της Βενετικής φρουράς στο κάστρο της Κελεφάς. Όπως και να έχει οι Λαβουρεντιάνοι είχαν φήμη πολεμικής πατριάς η οποία επιβεβαιώθηκε και στον αγώνα του 1821. Άλλοι κλάδοι της πατριάς αυτής είναι ο Κατσανός (μελαχρινός), ο Σαλαφατίνος (Τσαλαφός είναι ο παράτολμος ή τρελός) ο Καλαποθαρέας και ο Ζουμπανέας.

Στο κάστρο του Οιτύλου, λέγεται ότι έβαλαν τους Λαβουρεντιάνους να φυλάνε την πόρτα και τις επάλξεις με τον μεγάλο πύργο στον Κύλιντρα και να έχουνε για οικογενειακή τους εκκλησία τον Σωζότη, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα. Η οικογένεια Στρατηγέα είναι απόγονοι (αν όχι απ ευθείας σίγουρα εκ πλαγίου) του ήρωα της ελληνικής επανάστασης Ηλία Σαλαφατίνου ή του αδελφού του Ιωάννη Κατσανού (δηλαδή απόγονος στρατηγού). Ο πρώτος γνωστός άνδρας της οικογένειας ήταν ο Θεόδωρος Στρατηγέας ο οποίος γεννήθηκε γύρω στα 1804 στο Οίτυλο. Κατατάχθηκε στην φάλαγγα ως αξιωματικός (ανθυπολοχαγός) το 1837. Ήταν από τους επιφανείς πολίτες του τόπου του για αυτό διετέλεσε και ένορκος Οιτύλου περί τα 1862. Όπως προκύπτει από δημοτολόγια της εποχής άφησε δύο γιους τον Ευστράτιο και τον Σπυρίδων.

Στο Οίτυλο

Είναι πιθανό μάλιστα το όνομα Στρατηγέας να προέρχεται σαν πατρωνυμικό από το βαπτιστικό Στράτης και όχι από κάποιον στρατηγό. Επίσης η οικογένεια του Οιτύλου δεν έχει συγγένεια με άλλες συνεπώνυμές οικογένειες της Έξω Μάνης. Ο άξονας Οίτυλο – Καρέα – Κρυονέρι είναι ο άξονας κίνησης της πατριάς και της οικογένειας.

Η εκκλησία του Αγίου Σώζοντος κτίσθηκε ακριβώς έξω από τα τείχη του Οιτύλου και δίπλα από την είσοδο του μεγαλύτερου πύργου του, γιατί σε κάποια μάχη στα Βυζαντινά χρόνια, σώθηκε το κάστρο από τους επιτιθέμενους εχθρούς. Από το 1400 που ήρθαν οι υπερασπιστές του κάστρου Λαβουρεντιάνοι τους δόθηκε για οικογενειακή τους εκκλησία. Για πολλά χρόνια έμενε ερειπωμένη και αλειτούργητη, όμως ο Νίκος Στρατηγέας την επισκεύασε και της έβαλε ένα σταυρό στην σκεπή από την Παναγία, καθώς επίσης και τρεις μεγάλες ξύλινες εικόνες στο εσωτερικό, του Χριστού, της Παναγίας και του Ιωάννη Πρόδρομου από τις εικόνες της Παναγίας που ήσαν στο τέμπλο, γιατί ο παπάς Σωτήρης Χριστοφιλέας που την ανακαίνιζε έβαλε καινούργιες. Ο γιος του Νίκου, ο Σπυρίδος της έβαλε πλακάκια, την έξυσε εξωτερικά και φάνηκαν οι πέτρες γύρω στα 1995, και την γιορτάζει κανονικά στην χάρη της με αρτοκλασία, μόνος απ’ όλους τους Λαβουρεντιάνους. Οι Λαβουρεντιάνοι παλαιότερα θαβόντουσαν εκεί, καθώς και οι καλόγεροί τους, όταν μεγάλωσε η εκκλησία της Παναγίας, θα συνεισέφεραν και έτσι από τότε θάβονται εκεί.

Τοποθεσία Κάστρου Οιτύλου

Αν και το Οίτυλο δεν είναι γνωστό για τους πύργους του ένας από αυτούς ο οποίος μάλιστα θεωρείται ιδιαίτερα παλιός ήταν ο πύργος του Φαντέ. Ο πύργος του στρατιώτη, όπως θα έλεγε κάποιος, μιας και προστάτευε το κυρίως Οίτυλο. Άγνωστη η ακριβής κατασκευή του από τις πολλές επεμβάσεις Βυζαντινών, Λατίνων, Ελλήνων. Εκείνο που είναι γνωστό είναι ότι ανήκε στην οικογένεια Φαντέ (που σήμερα δεν υπάρχει).Ύστερα λόγω κληρονομιάς είτε αγοράς είτε συγγενική σχέση δόθηκε στους Λαβουρεντιάνους, στον Στρατηγέα. Εκείνος με την σειρά του μεταποιημένο σε σπίτι ένα κομμάτι του το έδωσε στην οικογένεια Βουνησέα. Το 1927 λόγω ενός σεισμού κατέρρευσε το παλιό κομμάτι του πύργου.

ΠΗΓΕΣ

1. Κ. Κάσση «Άνθη της Πέτρας, οικογένειες και εκκλησίες στην Μάνη» Εκδόσεις Ιχώρ 1990
2. Σ. Καπετανάκη «Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες αγωνιστές» εκδόσεις αδούλωτη Μάνη 2008
3. Σ. Καπετανάκη «Μανιάτες αγωνιστές του 1821» έκδοση συλλόγου Μανιατών Καλαμάτα 2005
4. Mani Voice Μιχάλη Μπατσινίλα «το Κάστρο της Μαίνης» http://manivoice.gr/
5. http://www.mani.org.gr/medikoi/ekkl/agsozon/oit_agsozon.htm
6. Άννας Αβραμέα «Ιστορικές μαρτυρίες από το Οίτυλο της Μάνης» Λακωνικαί Σπουδαί , Αθήναι 1983

 

Η Οικογένεια Μαυρομιχάλη Κατά Την Α’ Τουρκοκρατία

Άλικα (φωτό Γιάννης Βουρλίτης)

Το όνομα Μαυρομιχάλης συνήθως μας φέρνει στο νου σκέψεις και συναισθήματα ανάμεικτα. Από ηρωικά κατορθώματα και επικές μάχες μέχρι πολιτικά παιχνίδια με Μεγάλες Δυνάμεις και πολιτικές δολοφονίες. Τα πράγματα ωστόσο δεν φαίνεται να ήταν πάντα έτσι. Η εξουσία και η δύναμη με την οποία έγιναν γνωστοί μέχρι και στην Ευρώπη δεν ήταν πάντα δεδομένη για την οικογένεια αυτή.

Κανείς δεν μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος για την ιστορική καταγωγή της οικογένειας Μαυρομιχάλη διότι δεν υπάρχουν απτές αποδείξεις ή γραπτά κείμενα ύπαρξής της κατά την βυζαντινή περίοδο. Ωστόσο υπάρχουν πλήθος παραδόσεων που επιβεβαιώνει η μία την άλλη.

Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του «Μαυρομιχάλαι» μας πληροφορεί τα εξής:

 «Περί το 1340 ότε οι Τούρκοι κατέκτησαν την θρακικήν χερσόνησον, οικογένειες τινές εκ της πόλεως Καρδίας (Αδριανούπολης) κατέφυγαν εις Μάνη. Κοντά στο Ακρωτήρι Ταίναρον κείται χωρίον ονομαζόμενο Άλικα παρ’ αυτώ ελλιμενισθη ποτέ πλοίο μεταφέρον οικογενείας τινάς εκ της Ανδριανουπόλεως εις την Ευρώπην. Εκ τούτων έμειναν δύο εν τω Άλικα, άφ’ ων κστάγονται, η γενεά των Μαυρομιχαλαίων εκ της μιας και των Γρηγοράκηδων – Τζανετάκη εκ της άλλης»

Παρόμοια αναφορά κάνει στον Άγγλο περιηγητή William Leake, το 1805 περίπου, ένας Μανιάτης της οικογένειας Γρηγοράκη που ξεναγούσε τον περιηγητή στα Άλικα. Αναφέρει χαρακτηριστικά…

Μετανάστης λοιπόν από την ανατολική Θράκη ο Μιχάλης λέγεται πως ήταν το πρώτο μέλος της οικογένειας στην Μάνη. Επειδή ήταν φτωχός και έρημος (ορφανός) οι ντόπιοι τον είπαν «μαύρο». Έτσι προέκυψε το επώνυμο Μαυρομιχάλης. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση η τοποθεσία του σπιτιού της  οικογένειας Μαυρομιχάλη στα Άλικα ήταν στην περιοχή Αϊ Φιλίππηδες.

Εκεί δίπλα στην εκκλησία βρίσκεται το καλυβόσπιτο της οικογένειας Μαυρομιχάλη. Από την αρχιτεκτονική του σπιτιού και τις συνθήκες της εποχής γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η οικογένεια για αιώνες αποτελούσε μια αχαμνόμερη (ανίσχυρη) οικογένεια της Μάνης. Σε μια περίοδο όπου οι κυρίαρχες οικογένειες του χώρου ήταν οι Κοσμάδες, οι Νίκλοι, οι Κοντόσταυλοι και άλλοι η οικογένεια Μαυρομιχάλη αποτελούσε μια αδύναμη και άσημη οικογένεια.

Καλυβόσπιτο αχαμνόμερου στα Άλικα

Ο Ιωάννης Φιλήμων συνεχίζει λέγοντας πως ο Μαυρομιχάλης και η απόγονοι του έφυγαν από τα Άλικα λόγω τοπικών ταραχών. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως ήρθαν σε διενέξεις με την οικογένεια Ντουζέπη και από φόβο εγκαταστάθηκαν στο Λιμένι. Ας μην ξεχνάμε πως η οικογένεια Ντουζέπη ανήκε στην ισχυρότερη πατριά των Αλίκων τους Νικολεγιάννους. Η εγκατάσταση στο Λιμένι δεν πρέπει να μας παραξενεύει διότι ίσως δεν ήθελαν να προκαλέσουν με την παρουσία τους εκεί τους ισχυρούς Γιατριάνους και Στεφανοπουλιάνους του Οιτύλου.

Κατά άλλη εκδοχή, του καθηγητή Ν. Σαριπόλου, σε επικήδειο λόγο του, στον γιο του Πετρόμπεη, Αναστάσιο, (3 Μαΐου του 1870), ανέφερε ότι επί Ενετών πριν δύο αιώνες, στο χωριό Άλικα βρέθηκε ένα παιδί ορφανό που λεγόταν Μιχάλης. Κατά έθιμο δε της Μάνης τα ορφανά παιδιά ονομάζονταν «μαύρα». Τούτο προστέθηκε στο όνομα και έγινε Μαυρομιχάλης. Ο Μαυρομιχάλης αυτός, όταν μεγάλωσε, εγκαταστάθηκε στο Οίτυλο, όπου και νυμφεύθηκε και απέκτησε πολλά παιδιά, ένα από τα οποία και έγινε κληρικός και προχειρίσθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη σε έξαρχο της Μάνης.

Όποια εκδοχή και αν ισχύει από τις δύο δεν αλλάζει το γεγονός ότι η οικογένεια Μαυρομιχάλη πριν ανέβει στο Οίτυλο από τα Άλικα όπου βρισκόταν, γύρω στα 1650 αποτελούσε μια πολύ περιορισμένης ισχύος οικογένεια και μετά από χρόνια και την ωρίμανση πολιτικών συνθηκών εξελίχθηκε στην ισχυρότερη οικογένεια της Μάνης με πρώτο γνωστό πρόσωπο τον Γεώργιο ή  Έξαρχο Μαυρομιχάλη από το Οίτυλο το 1700.

ΠΗΓΕΣ

  1. William Martin Leake “Travels in the Morea” volume 3
  2. Συλλογικό έργο – Ιωάννη Φιλήμονα «Μαυρομιχάλαι»
  3. www.mani.org.gr
  4. Τοπική παράδοση Αλίκων
  5. Κ. Κάσση «Άνθη της Πέτρας, παραδοσιακές εκκλησίες της Μάνης»
  6. Γ. Βουρλίτη «εικονόβιβλος της Μάνης» εκδόσεις αδούλωτη Μάνη
  7. Κωνσταντίνος Τσάτσος, Λογοδοσία μιας ζωής, Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2000, τόμος Α΄
  8. Περιοδικό σύγγραμμα «Λακωνικαί Σπουδαί» τόμος 20ος  Αθήνα 2012

Των Μανιατών Της Κορσικής

Δέκα βρύσες με νερό κι εξήντα δυό πηγάδια
δε μας τη σβήνουν τη φωτιά μεσ’ απ’ τα φυλλοκάρδια
Φύγαμ’ από τον τόπο μας κι’ από τα γονικά μας,
μας διώξαν απ’ τα σπίτια μας κι’ απ’ όλα τα καλά μας
ανάθεμα τον αίτιον και την κακήν αιτίαν
αλλά δεν του ευχόμαστε, την ίδιον καταντίαν.
Γλυκεία που ‘ταν η Μάνη μας, πικρός ο χωρισμός της
πικρότερος στην ξενητειά θε να ‘ναι ο καημός της.
Είμαστε απ’ το Οίτυλο και Στεφανοπουλιάνοι
κι ήρθαμε στην Κορσική καταδιωγμένοι και φτωχοί.
Κορσικανοί μου καημένοι κι απ’ τον Οίτυλο φερμένοι!

Το παραπάνω μοιρολόι αναφέρεται στην αναγκαστική αποχώρηση των Στεφανοπουλιάνων μαζί με άλλους 300 Μανιάτες απο τη Μάνη το 1675 και τη μόνιμη εγκατάσταση τους στη Κορσική. Μέσα απο τους στίχους του διαφαίνεται η πικρία και ο πόνος της αποχώρησης απο την ιδιαίτερη πατρίδα τους.

Το Ναυάγιο Στο Λιμένι

«Το Νοέμβριο του 1977, το ΙΕΝΑΕ πραγματοποίησε μια αναγνωριστική έρευνα
στο ναυάγιο της πρώιμης Ρωμαϊκής εποχής, στο Λιμένι της Μάνης. Τη διεύθυνση
της έρευνας είχε ο αρχαιολόγος Λάζαρος Κολώνας.

Σκοπός της έρευνας αυτής ήταν να αξιολογηθεί η κατάσταση του ναυαγίου και να
αποτυπωθεί σχεδιαστικά και φωτογραφικά.

Η έκταση του ναυαγίου ήταν περίπου 150 τ.μ. Το φορτίο του ναυαγίου
αποτελείτο κυρίως από αμφορείς.

Το ναυάγιο είχε ήδη συληθεί.

Μέρος του φορτίου του εξακολουθεί να παραμένει στο βυθό μέχρι σήμερα.»

Το ΙΕΝΑΕ (ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΝΑΛΙΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ) έχει ιδρυθεί το 1973, το
1974 με βοήθεια αλλοδαπών αρχαιολόγων εξερευνά το πολύ σημαντικό από αρχαιολογική
άποψη ναυάγιο της νήσου Δοκού, το 1975 και 1976 παρακολουθεί από κοντά τις έρευνες
ναυαγίων στην Ελλάδα του φημισμένου Ζακ Υβ Κουστώ (ναυάγιο Αντικυθήρων) και μήνες
μετά με την εποπτεία του ιδίου αρχαιολόγου ξεκινά, πιθανά την πρώτη εξ’ ολοκλήρου
ελληνική υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα, από τη Μάνη. Το ναυάγιο είναι της ιδίας
περιόδου και του ιδίου μεγέθους πλοίου με το αντίστοιχο των Αντικυθήρων.

Όχι τόσο άγνωστο όσο λησμονημένο, το ναυάγιο μας παραμένει όπως αποφάσισε η ζωή και
η φύση. Με μικρό αρχαιολογικό ενδιαφέρον, χωρίς κανένα ατόφιο αμφορέα, παρά μόνο
στο πολύ βαθύ του τμήμα, με όλο το φορτίο των θραυσμάτων μικρών και μεγάλων να έχει
πλέον γίνει στην κυριολεξία ένα σώμα ώστε να μην μπορεί να αποσπασθεί τίποτα χωρίς να
σπάσει πιο πολύ και να καταστραφεί εντελώς. Το μνημείο πια «αυτοπροστατεύεται» και
κατά μία περίεργη και ευτυχή συγκυρία δεν φέρει απομεινάρια από αλιευτικά εργαλεία
(δίκτυα και παραγάδια), αισθητική πληγή που τόσο συχνά συναντάμε σε άλλα ναυάγια.

Ένα υποβρύχιο έκθεμα «διαμάντι» πραγματικό, μοναδικό όσον αφορά το μικρό βάθος
και την ευκολία προσέγγισης σε όλο τον Ελλαδικό χώρο και πιθανά και εκτός Ελλάδος
περιμένει την ανάδειξη του. Η δύναμη προσέλκυσης του μνημείου είναι από μόνη της
τεράστια, τα οφέλη για την περιοχή ευκολονόητα. Με μόνο εξοπλισμό μια μάσκα και ένα
αναπνευστήρα όλοι θα μπορούν να δουν στο φυσικό του χώρο κάτι σχεδόν μυθικό. Ένα
αρχαίο ναυάγιο. Το κόστος κατάδειξης για ένα επίσημο φορέα (π.χ. το Δήμο Οιτύλου) είναι
ελάχιστο. Μια απλή οριοθέτηση με 2-3 σημαδούρες στη θάλασσα και μια πληροφοριακή
πινακίδα στη στεριά είναι αρκετά. Τα υπόλοιπα θα γίνουν μόνα τους.

Ανδρέας Δ. Κυριακουλέας DM IANTD