Ο θεσμός της Σύγκριας

Η Σύγκρια είναι ένα αρχαίο έθιμο που συναντάται στη Μάνη τουλάχιστον από τα μέσα του 17ου αιώνα (το πιο πιθανό ακόμα παλαιότερα) και φτάνει μέχρι και το 1930.

Σύμφωνα με αυτό εάν η πρώτη σύζυγος ενός Μανιάτη δεν έκανε παιδιά ή γεννούσε μόνο θηλυκά, τότε ο άνδρας είχε το δικαίωμα να πάρει μια δεύτερη σύζυγο και να τη φέρει στο σπίτι.

Ο όρος πιθανότατα προκύπτει απο τη λέξη συγκυρία (συν+κυρία).

Σαν πράξη θεωρούνταν δικαιολογημένη και όχι κατακριτέα, ειδικότερα εάν αυτός που την εφήρμοζε ήταν σοϊλής απο Νικλιάνικη οικογένεια.

Αυτό μπορεί να αιτιολογηθεί στο ότι η κοινωνική οργάνωση της Μάνης βασιζόταν στην δύναμη των οικογενειών και κατ’επέκταση στους άνδρες που μπορούσαν να την υπερασπιστούν. Σκοπός κάθε Μανιάτικης  πατριάς ήταν να αυξήσει τη δύναμή της μέσω της γέννησης αρσενικών. Εάν κάποια γυναίκα δεν έκανε παιδιά ή έφερνε στον κόσμο μόνο θηλυκά τότε η πατριά αποδυναμωνόταν και υπήρχε κίνδυνος να σβηστεί και το όνομα της οικογένειας. Αυτό ήταν ακόμα πιο επικίνδυνο για τις »δυνατές» οικογένειες, των καπετάνιων και των Νικλιάνων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η απόκτηση αρσενικών ήταν ζήτημα επιτακτικής ανάγκης για την επιβίωση της κάθε οικογένειας.

Η καινούργια γυναίκα έπρεπε να είναι νέα και όμορφη για να κάνει όμορφα και δυνατά παιδιά. Οι Μανιάτες πίστευαν πολύ στην κληρονομικότητα, για αυτό στο σόι της γυναίκας έπρεπε να έχουν αποκτήσει αρκετά αρσενικά, για να δώσει και αυτή με τη σειρά της πολλά.

Η κοπέλα αυτή συνήθως καταγόταν από κατώτερη οικογένεια φαμέγιων και η συμφωνία γινόταν με αντάλλαγμα προς αυτή ή τους συγγενείς της, π.χ προσφορά κτημάτων, χρημάτων ή ακόμα και την αποκατάσταση κάποιων εκ των αδελφών της με μέλη της οικογένειας.

Η μεταφορά της στο καινούργιο σπίτι γινόταν το βράδυ για να αποφευχθούν τυχόν σχόλια.

Η νόμιμη σύζυγος συμβίωνε με την καινούργια αλλά είχε περισσότερα προνόμια και η σχέση τους θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τη σχέση νύφης-πεθεράς. Η καινούργια γυναίκα όφειλε να σέβεται και να υπηρετεί την πρώτη σύζυγο. Η δεύτερη γυναίκα ποτέ δεν εμφανιζόταν δημόσια μαζί με την πρώτη, δεν μπορούσε να κάτσει στο τραπέζι για φαγητό μαζί της, είχε ξεχωριστό δωμάτιο ή και σπίτι για να υποδέχεται τους συγγενείς της, ενώ τον ρόλο της οικοδέσποινας σε γιορτές τον αναλάμβανε η πρώτη σύζυγος.

Οι ισορροπίες βέβαια πολύ εύκολα μπορούσαν να αλλάξουν. Εάν η καινούργια γυναίκα έκανε αρσενικά παιδιά, τότε το πάνω χέρι έπαιρνε αυτή. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο άντρας έκανε δεύτερο γάμο παράλληλα με τον πρώτο ενώ μετά την απελευθέρωση χώριζε από την πρώτη του γυναικά και παντρευόταν την δεύτερη.

Ο χωρισμός γινόταν βάση συμφωνίας του άνδρα και της γυναίκας ή των συγγενών της διότι δεν υπήρχε το διαζύγιο τότε στη Μάνη. Ο μόνος τρόπος για να διώξει ο άντρας τη γυναίκα από το σπίτι ήταν μόνο σε περίπτωση μοιχείας και εφόσον δεν την σκότωνε ο ίδιος ή τα αδέλφια της. Αν χώριζαν συναινετικά λοιπόν έδινε σαν αποζημίωση ένα κομμάτι γης ή κάποιο χρηματικό ποσό στην πρώην γυναικά του.

Υπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρώτη γυναίκα υιοθετούσε το παιδί της δεύτερης ή το βάφτιζε ούτως ώστε να γίνουν καλύτερες οι σχέσεις μεταξύ των δύο γυναικών. Το παιδί καλούσε και τις δύο γυναίκες μητέρα και μπορούσε να κληρονομήσει την προίκα και της πρώτης συζύγου.

Σε περίπτωση που η δεύτερη σύζυγος δεν αποκτούσε παιδιά, τότε μετά το θάνατο του άντρα, η πρώτη σύζυγος μπορούσε να τη διώξει νόμιμα από το σπίτι.

Υπήρχαν περιπτώσεις βέβαια όπου αποκαλούσε η μία την άλλη ‘’αδερφή’’ και η συμβίωσή τους ήταν αρμονική.

Τρίτη γυναίκα δεν μπορούσε να πάρει κάποιος, διότι εάν δεν είχε καταφέρει να τεκνοποιήσει με τις δύο πρώτες γυναίκες, τότε ήταν αποδεδειγμένη η στειρότητά  του. Ο δεσμός ανάμεσα στις δύο γυναίκες μπορούσε να είναι και στενότερος.

Ο ρόλος του θεσμού όπως φαίνεται δεν ήταν για την ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας των αντρών, όπως συμβαίνει με άλλους λαούς, αλλά γίνεται κυρίως για το λόγο της έλλειψης αρσενικών παιδιών στην οικογένεια. Με το πέρασμα του χρόνου ο θεσμός αλλοιώθηκε και οι άντρες άρχισαν να παίρνουν δεύτερες γυναίκες αφού είχαν αποκτήσει αρσενικά παιδιά με την πρώτη τους σύζυγο.

Με την εξαφάνιση των μεγάλων Μανιάτικων οικογενειών, μέχρι και τα μέσα δηλαδή του 20ου αιώνα, ο θεσμός της σύγκριας έπαψε να υπάρχει.

Θεσμοί Της Μάνης – Η Πατριά-Συντροφιά

 Οι κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας στον γεωγραφικό χώρο της Μάνης, σε συνδυασμό με τα πανάρχαια έθιμα της λακωνικής χερσονήσου, καθώς επίσης οι επαφές των Μανιατών με τους Ενετούς και τους Τούρκους οδήγησαν στην δημιουργία ιδιαιτέρων θεσμών όπως αυτών της πατριάς, συντροφίας και καπετανίας.

Η Μάνη επί της ουσίας ουδέποτε τέθηκε υπό Τουρκικό έλεγχο έτσι ο νόμος που τέθηκε σε εφαρμογή σε αυτόν τον ανυπότακτο τόπο ήταν ο  νόμος του ισχυρού. Παρόμοια χαρακτηριστικά εμφανίζονται και σε άλλες περιοχές του κόσμου με παρόμοιο απείθαρχο σε κεντρική εξουσία πνεύμα. ( Αλβανία, Αραβία κ.ά ). Εκτός των δύσκολων κοινωνικών συνθηκών λόγω των οικογενειακών σπαραγμών για το ποιος θα επικρατούσε σε μια φλούδα γης με περιορισμένους οικονομικούς πόρους, είχαν να αντιμετωπίσουν και τις συνεχείς επιθέσεις των Τούρκων και των πειρατών.

Μέσα σε αυτήν την  εκρηκτική κατάσταση ο άνθρωπος ήταν φυσικό να στραφεί προς την οικογένεια του. Ας μην ξεχνάμε ότι για κάθε άνθρωπο η οικογένεια σε δύσκολες στιγμές είναι το καταφύγιο του. Ωστόσο η κοινωνική διάστασή της στην Μάνη απέκτησε με το πέρασμα του χρόνου συγκεκριμένα θεσμικά χαρακτηριστικά.

Η κάθε οικογένεια λοιπόν κλείστηκε και στηρίχτηκε στα μέλη της. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Μάνη δημιουργήθηκαν οι περισσότεροι οικογενειακοί οικισμοί, που διατηρούνται πολλοί ως σήμερα από οποιοδήποτε άλλο μέρος της Ελλάδας. Η κάθε οικογένεια ανάλογα με την ισχύ των όπλων της (ανδρών της) δέσμευε μια περιοχή και επέβαλε τους κανόνες της. Πολλές περιοχές της Μάνης φέρουν ως σήμερα ονόματα αρχοντικών οικογενειών που έκριναν κάθε περιοχή. (Νικλιάνικο, Φωκάς, Τρυγονάς, Μαλεύρι…). Οι ισχυρές οικογένειες λέγονταν σοϊλήδες οι οικογένειες που ακολουθούσαν τους κανόνες λέγονταν αχαμνόμεροι.

Στην μέσα Μάνη ( Οίτυλο ως Ταίναρο ) το πλήθος των οικογενειακών οικισμών οδήγησε στον θεσμό της πατριάς. Με τον όρο αυτό εννοούμε την εκτεταμένη οικογένεια που συνδέεται με αιματοσυγγένεια. Οι οικογενειακοί οικισμοί οδήγησαν πολλές οικογένειες να αλλάζουν τα επίθετα τους μέσα στον οικισμό προκειμένου να ξεχωρίζουν. Για παράδειγμα στους Μιχαλακιάνους της Βάθειας ανήκουν ο Μητσάκος, ο Ορφανάκος, ο Αγγελάκος κ.ά. άσχετα αν δεν γράφονται Μιχαλακάκος. Όλοι τους ανήκουν στην ίδια πατριά.

Η κάθε πατριά είχε συγκεκριμένο οικιστικό χώρο. Πολλές πατριές μαζί δημιουργούσαν χωριό. (Λάγια). Το ανώτατο όργανο αποφάσεων σε κάθε πατριά ήταν η γεροντική. Τα μέλη της αποφάσιζαν τις κινήσεις της οικογένειας σε περιπτώσεις έχθρας ή συμφιλίωσης. Κάθε οικογένεια εκπροσωπείτο στην γεροντική με ανάλογα μέλη.

Ο τυπικός μανιάτικος οικισμός προέβλεπε η κάθε πατριά να έχει έναν συλλογικό πύργο (ανήκε σε όλους) και γύρω από αυτόν αναπτύσσονταν τα υπόλοιπα σπίτια της πατριάς και των κλάδων της. Ο ηγέτης- εκπρόσωπος κάθε οικογένειας λεγόταν το κεφαλάρι της γενιάς ωστόσο δεν έπαιρνε μόνος αποφάσεις διότι τα μέλη της πατριάς ήταν εσωτερικώς εξισωμένα. Ωστόσο υπάρχουν οικογένειες που δεν τεμαχίστηκαν ονομαστικά λόγω προσκόλλησης στο παλαιό όνομα τους.

Η αιματοσυγγένεια ήταν τόσο σημαντική μεταξύ των μελών μιας πατριάς που σε περιπτώσεις έχθρας ακόμα 10ου βαθμού συγγενείς συμμετείχαν. Ο πιο δυνατός, έξυπνος, μορφωμένος άνδρας της πατριάς ονομαζόταν ο κάλλιος της γενιάς.

Γιατί το αίμα,  αίμα μου

Γιατί το κρέα, κρέα μου

Γιατί το αίμα αναπηδά

Σκίζει λαιγκάδια και βουνά

Χτίζει γιοφύρια και περνά

————————————

Το αίμα νερό δεν γίνεται

Κι άμα γενεί δεν πίνεται

 

Πολλές φορές συνέβαινε μια ισχυρή πατριά να συμμαχεί με μια ασθενέστερη πιο μικρή για λόγους ασφάλειας ή για να βοηθούνται σε περίπτωση έχθρητας. Δεν είναι λίγες μάλιστα οι φορές που μεγάλες πατριές συσσωματώνουν άλλες μικρότερες και γράφονταν με δύο επίθετα.  Οι συμμαχίες αυτές που αναπτύχθηκαν κυρίως στην μέσα Μάνη ονομάζονται συντροφίες.

Τέτοιες για παράδειγμα ήταν οι Μπαθροταγαρουλιάνοι του Κούνου ή οι Γιαννακομιχελιάνοι της Λάγιας. Οι συντροφίες αυτές λειτουργούσαν σαν ενιαίο οικογενειακό σύνολο. Δεν είναι λίγες οι φορές που μέλη ίδιας πατριάς σκοτώνονται μεταξύ τους ενώ μέλη μιας συντροφίας αν και δεν τους δένει αιματοσυγγένεια έχουν ειρηνική συνύπαρξη σεβόμενοι ο ένας τον άλλον.