Στροντζά (Προσήλιο)

Στους πρόποδες του Ταϋγέτου, σε υψόμετρο 300 περίπου μέτρων και σε απόσταση 15 km από την πόλη του Γυθείου βρίσκεται το χωριό Στροντζά ή Προσήλιο του Νομού Λακωνίας. Μέσα σε μια κατάφυτη περιοχή, το χωριό αποτελεί έναν πολύ όμορφο οικιστικό σύνολο.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Η πρώτη ιστορική αναφορά του χωριού βρίσκεται στα 1700 από τους Βενετούς Grimani. Η βενετική απογραφή αναφέρει χαρακτηριστικά:

Παρατηρούμε δηλαδή ότι στην πρώτη του γνωστή απογραφή το χωριό είχε 97 κατοίκους στα 1700. Οι Βενετοί μάλιστα το τοποθετούσαν διοικητικά στην Επάνω ή Έξω Μάνη.Καταγράφεται ως Stronza. Περί του ονόματος του χωριού κατά πάσα πιθανότητα είναι Σλαβικό κατάλοιπο.

Το 1715 μετά την φυγή των Βενετών από την Λακωνία λόγω της ήττας από τους Τούρκους, ο πρωθυπουργός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Νταμάντ Αλή προκειμένου να περιορίσει τους επιθετικούς Μανιάτες εγκατέστησε Τουρκαλβανούς στο κάστρο της Βαρδούνιας και στα υπόλοιπα Μπαρδουνοχώρια (τα χωριά που υπάγονταν στο κάστρο). Εκεί δημιουργήθηκαν ισχυροί πυλώνες αντίστασης και εποπτείας μιας και οι Τουρκαλβανοί ήταν ιδιαίτερα σκληροί. Η Στροντζά δεν αποτέλεσε εξαίρεση και χτίστηκαν μάλιστα 3 κατά άλλους δύο πύργοι γύρω από το χωριό οι οποίοι για την εποχή τους θεωρούνταν πολύ ισχυροί. Μάλιστα ο W. Leake αναφέρει στην περιήγησή του «70 σπίτια όλα Τούρκικα» γύρω στα 1815.

Προεπαναστατικά η Στροντζά ήταν γνωστή για την δημιουργία μπαρουτιού αν κρίνουμε από το δημώδες:

«πάρτε μπαρούτι από την Στροντζά και βόλια από την Άρτα

Και παλικάρια διαλεχτά από την μικρή Καστάνια»

Με την έκρηξη της επανάστασης του 1821 οι Τουκοβαρδουνιώτες εγκατέλειψαν τον οικισμό για να οχυρωθούν στην Τρίπολη ή στον Μυστρά ή σε άλλα κάστρα της επιλογής τους. Η περιοχή καταλήφθηκε από Μανιάτες κυρίως από την οικογένεια Πατσουράκου. Βέβαια με την πάροδο των ετών συσσωματώθηκαν και άλλοι πληθυσμοί στον τόπο. Αναφορά για την Στροτζά, είναι σε έγγραφο της 31 Μαΐου 1822, περί της καταγραφής της δημοπρασίας του εθνικού λαδιού επαρχίας Μυστρά του έτους 1821, όπου η “Στρότζα” αναφέρεται ότι προσφέρει 10.000 οκάδες λάδι.

Το 1829 ο οικισμός καταγράφεται από την Γαλλική Επιστημονική Αποστολή που ήρθε για έρευνες στην Πελοπόννησο.

Στους εκλογικούς καταλόγους Δήμου Μελιτίνης του 1872 και 1873, στη Στροτζά φαίνονται εγγεγραμμένοι 62 και 63 εκλογείς αντίστοιχα και διαβάζουμε τα ονόματα: Βαφάκος, Βαφεάκος, Γρηγοράκος, Διακουμάκος, Καραμπέρης, Κατάβωλος, Κορωνάκος, Κοτολέβας, Κρητικός, Λιακουνάκος, Μακροδημήτρης, Μονεμβασίτης, Μονοβασίτης, Μοσταφέλος, Μουσταφέλος, Μουτζαφέλος, Μπαροδημήτρης, Παναγιωτακάκος, Παναγιωτάκος, Παβαγιωτάκος, Πατζούρης, Πατσούρης, Ρουμελιώτης, Σκορδιάς, Σπυριδάκος, Σταματάκος, Τζικινάκος, Τσικινάκος και Χίος.

Από τα παραπάνω επώνυμα γίνεται φανερό πως μετά την επανάσταση το χωριό δέχθηκε πλήθος νέων κατοίκων από άλλα μέρη της Ελλάδας που ήρθαν στην Λακωνία για μια καλύτερη ζωή με την δημιουργία του Νέου Ελληνικού κράτους. Τέτοιοι ήταν Ρουμελιώτες, Μονεμβασίτες, Χιώτες ακόμα και Κρήτες. Τα επώνυμα τους είναι προσδιοριστικά του τόπου προέλευσής τους.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τις συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή με τους Βαυαρούς του Όθωνα για το ζήτημα της φορολογίας. Ζήτημα επίκαιρο ως τις μέρες μας. Εκεί πρωταγωνίστησε η οικογένεια Πατσουράκου όπου και νίκησε τα κρατικά στρατεύματα.

Στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αρ. 80/28-12-1836 η Στρουζά ανήκει στην Διοίκηση Λακεδαίμονος, στον Δήμο Κροκεών με έδρα την Πετρίνα και το 1860 η Στροτζά μεταφέρεται διοικητικά στον Δήμο Μελιτίνης, με έδρα τον Άγιο Νικόλαο.

Στις 31-8-1912 με Βασιλικό Διάταγμα, αναγνωρίσθηκε η κοινότητα Στροντζάς που συμπεριλάμβανε και τον οικισμό της Ρόζοβας. Το 1920 η Στροτζά υπάγεται στην επαρχία Λακεδαίμονος, στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Νικολάου της υποδιοίκησης Λεβετσόβων της Διοικήσεως Λακωνίας, στο Ειρηνοδικείο Μελιτίνης, στο Πρωτοδικείο και Εφορία Σπάρτης. Στις 23-3-1925 με Προεδρικό Διάταγμα αποσπάσθηκε η Ρόζοβα από την Κοινότητα Στροτζάς.

Το Πάσχα του 1925 ή 1926 οι κάτοικοι είχαν κάτσει στην κουφάλα (η σημερινή η πλατεία του χωριού) και συζητούσαν για να αποφασίσουν το νέο όνομα του χωριού. Εκεί στη κουβέντα έκανε την εμφάνιση του ο φοιτητής της ιατρικής Π. Τριτάκης και σαν σπουδαγμένος που ήταν, τον ρώτησαν για την γνώμη του. Αυτός, βλέποντάς τους όλους να κάθονται στον ήλιο και ο ήλιος να λούζει όλο το χωριό, τους αποκρίθηκε: Ηλιόλουστο ή Προσήλιο. Έτσι λοιπόν οι άρχοντες του χωριού αποφάσισαν Προσήλιο, όνομα και πράγμα.Με Προεδρικό Διάταγμα, στις 19-7-1928, μετονομάσθηκε η Στροντζά σε «Προσήλιον».

Με Βασιλικό Διάταγμα, στις 7-10-1938, διαλύθηκε το Κοινοτικό Συμβούλιο Προσηλίου «λόγω της επιδεικνυόμενης υπό των μελών αυτού μεγάλης ραθυμίας» διορίσθηκε τριμελής διοικούσα επιτροπή εκ των δημοτών 1) Ορέστου Αθ. Παναγάκη ως Προέδρου, 2) Βασιλείου Μιχ. Μουσταφέλου και 3) Δημητρίου Γ. Πατσουράκου ως μελών.

Τέλος με τον Νόμο 2539/1997 το Προσήλιο εντάχθηκε στον Δήμο Σμύνους και με τον Νόμο 3852/2010 ενσωματώθηκε στον Δήμο Ανατολικής Μάνης.

Από την Στροντζά ή Προσήλιο προέρχονται και οι συγγραφείς Γιάννης Ρουμελιώτης και Ευάγγελος Τριτάκης.

Η πορεία του πληθυσμού του χωριού φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:

ΕΤΟΣ

ΣΥΝΟΛΟ

ΑΝΔΡΕΣ

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

1846

80

1851

124

1879

211

107

104

1900

257

1907

322

157

165

1920

358

166

192

1928

341

158

183

1940

383

169

214

1951

295

1971

147

1981

80

50

30

1991

104

46

58

2001

168

80

88

ΠΗΓΕΣ

Advertisements

Του Δήμου Πατσουράκου

Μοιρολόγια pic.

Ο Δημήτριος Πατσούρης ή Πατσουράκος ήταν τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και λοχίας του πυροβολικού από τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας.

Κατά τον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1897 σκοτώθηκε την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, στην Αγία Παρασκευή, απέναντι από την Ελευθερούπολη της Θεσσαλίας, μαζί με το φίλο του και διπλά συνάδελφό του, λοχία και τελειόφοιτο της Νομικής Σχολής, το Δικαίο Γιατράκο από τη Λάγια της Μάνης.

Αναθηματική στήλη όπου αναγράφονται τα ονόματα των φονευθέντων στον πόλεμο αυτό, είκοσι τεσσάρων φοιτητών, αποκαλύφτηκε την 25η Μαρτίου 1901 και βρίσκεται ακόμη και σήμερα στη δυτική πλευρά μπροστά από τα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άλλες αναθηματικές στήλες υπήρχαν στον περίβολο του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού, στην 3η λυόμενη πυροβολαρχία στην οποία ανήκε, όπως και στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών.

Έλληνες στρατιώτες το 1897 στο μέτωπο της Θεσσαλίας

Κατά τη μάχη της ημέρας εκείνης, μετά τον τραυματισμό του και αφού και   τα δύο του πόδια είχαν θρυμματιστεί από βλήμα εχθρικού πυροβόλου, ενώ   μεταφερόταν με ακατάσχετη αιμορραγία στο πρόχειρο χειρουργείο για   ακρωτηριασμό, τραγουδούσε λυπητερά το εξής αυτοσχέδιο μοιρολόι:

Ποιος είν’ άξιο παιδί  

και άξιο παλικάρι  

Αέρας στο περπάτημα  

και στη καρδιά λιοντάρι  

Να πάει να πει στη μάννα μου  

τη διπλοπαντρεμμένη1  

να μην αλλάξει τη Λαμπρή!  

Να μη με περιμένει!  

Φεύγω…..Έρχετ’ ο θάνατος  

με μάτι βουρκωμένο  

Έλα σε προκαλώ!  

Πατρίς…. αδέρφια….και γονείς….  

Την….ώρα….πού….πεθαίνω…..  

Για….σας…..πα….ρα….κα…λώ..  

Και ξεψύχησε.

Σαν παράδειγμα προς μίμηση για την ανδρεία και τον ένδοξο θάνατον του ήρωα αυτού, κυκλοφόρησαν την εποχή εκείνη στην Αθήνα «φέϊγ-βολάν» τα οποία απεικόνιζαν τον ηρωικά πεσόντα αδελφό του πατέρα μου, στο κάτω δε μέρος αυτών ήταν γραμμένο το τετράστιχο:

«Δεν πεθαίνει εις την μάχην όστις πίπτει υπέρ Πατρίδος 

κι αν τους πόδας του συντρίψουν χίλια θραύσματα οβίδος» 

 Η μητέρα του ήταν από την Κρήτη και από πατέρα και από μητέρα. Ο πατέρας της Κωνσταντής Παπουτζάκης καταγόταν από το χωριό Άγιος Ιωάννης ο Καϋμένος Σφακίων, η δε μητέρα της, το γένος Καρδαμάκη καταγόταν από το χωριό Καλάθαινες Χανίων.

Η γιαγιά μου παντρεύτηκε τον παππού μου μετά το θάνατο του πρώτου συζύγου της, ήταν δε περιζήτητη τόσο για την ομορφιά της όσο και για τη μόρφωσή της, πράγμα σπανιότατο για γυναίκα στη Μάνη την εποχή εκείνη. Από τον πρώτο γάμο της απέκτησε πέντε παιδιά, όλα αγόρια, από δε το δεύτερο γάμο της άλλα πέντε παιδιά επίσης αγόρια.

Συχνά την άκουγαν να λέει: «εγώ δε μαγαρίστηκα», εννοώντας ότι δε γέννησε θηλυκό παιδί και αισθανόμενη υπερηφάνεια γι’ αυτό. Κρητικιά στην καταγωγή, Μανιάτισσα στην ανατροφή και τη   ψυχοσύνθεση. Τόση ήταν η παθολογική λατρεία προς τα αγόρια την εποχή εκείνη!

Πηγή: patsourakos.gr

Γδικιωμός Στο Μαλεύρι (1820)

Είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο το παραδοσιακό μανιάτικο σύστημα δικαιοσύνης. Η εκδίκηση αποτελούσε χρέος και καθήκον για τον παλαιό Μανιάτη. Η κατάρα αυτή συνεχίστηκε ιδιαίτερα στη Μέσα Μάνη ως τις μέρες μας.

Ωστόσο πολλές φορές για να αποφευχθεί η αιματοχυσία και ο αλληλοσκοτωμός, μεσολαβούσαν οι γηραιότεροι. Μάλιστα πολλές φορές έμπαιναν και εγγυητές της ειρήνης και εξοστράκιζαν τους πιο επικινδύνους. Παρακάτω ακολουθεί ένα τέτοιο περιστατικό «γεροντικής» προκειμένου να αποφευχθεί εχθροπραξία.

Οι εμπλεκόμενες οικογένειες είναι οι Ζερβουλιάνοι (Ζερβουλάκος) με τους Ξανθιάνους (Ξανθάκος) και οι Πατσουριάνοι (Πατσουράκος) με τους Καρατζαλιάνους (Καράτζαλης).

Διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου

«συναχθέντες άπαντες οι κάτοικοι του τμήματος Μαλεύρη, και βλέποντας το μέγα κακόν, όπου μας επαπιλούσεν γενικώς εις όλους μας, δηλαδή ο εμφίλιος πόλεμος, θείω ζήλω κινούμενοι οι κάτωθεν γεγραμένοι γεροντάδες της τοπαρχίας μας, απερίψαμεν όλα τα πάθη μας και μόνοι μας ετελειοσαμεν αγάπες εις όλα τα χωρία του Μαλέυρη, και ελθόντες σήμερον εις Κονάκια, όπου είχαν πόλεμον αναμεταξύ τους οι Τουρκατζάδες, και χαλασμούς και πιάσιμον οσπητίων από το εν μέρος

ο γεωργάκης ζερβουλάκος και ηλίας ξανθάκος και από το άλλο μέρος οι πατσουριάνοι και οι καρατζαλιάνοι, οι έχοντες ανάμεσα τους χαλασμούς οσπιτίων, μένουν εις χρέος ο γεωργάκης ζερβουλάκος και ο ηλίας ξανθάκος να φτιάσουν τα οσπίτια των πατσουριάνων και καρατζαλιάνων, όπου τα εχάλασαν ως καθώς ήτον και πρότερον, και επειδή και είναι χειμών, και δεν ημπορούν να κτίσουν τα οσπίτια όπου εχάλασαν δίδεται προθεσμία προς τον κύριον γεωργάκην ζερβουλάκον και ηλίαν ξανθάκον να τα έχουν φτιασμένα τα οσπίτια των πατσουριάνων και των καρατζαλιάνων έως τον ερχόμενον αύγουστον, εις τας 15 αυγούστου να τα κτίσουν και να τα σκεπάσουν με έξοδά τους ο γεωργάκης ζερβουλάκος και ξανθάκος και τελειώνοντας τα οσπίτια να κατοικήσουν οι πατσουριάνοι

και οι καρατζαλιάνοι εις αυτά, και να παραδώσου τα οσπήτια όπου κάθονται οι καρατζαλιάνοι και οι πατσουριάνοι, εις χείρας του ζερβουλάκου και ξανθάκου, και ημάς των γεροντάδων ως ήτων, και αν έχουν και άλλας διαφοράς μένουν εις τον τόπον να τα θεωρήση, εάν δε δυστροπήσουν ο ζερβουλάκος και ξανθάκος και φτιάσουν τα οσπήτια των πατσουριάνων και καρατζαλιάνων εγγυούμεθα οι κάτωθεν γεγραμμένοι γεροντάδες προς τους καρατζαλιάνους και πατσουριάνους να τα φτιάσωμεν οι γεροντάδες και ούτως δίδομαι το γράμμα μας προς τους καρατζαλιάνους και τους πατσουριάνους δια σιγουρητά τους.

Και ούτως υποφαινόμεθα τη 7 δεκεμβρίου 1820. Κονάκια. Οι όπισθεν γεγραμμένοι γεροντάδες

Παναγιώτης Ρεντζέπερης

Πατρίκιος χαρτωκόλης

Διμήτρης τζανετουλάκος

Γιάνης διμητράκος

Ηλίας γεωργαράκος

Βασίλης λιγομιαλάκος

Γιάννης παβλάκος

Πετρόπουλος πετροπουλάκης

Γεωργάκης πουλημενάκος

Ηλίας αντρακάκος

Θεοδωρής σεμπεκάκος

Νικόλας μαντραπιλάκος

Βασιλάκης του Κωνσταντήμπεη»

Τουρκατζάδες ονομάζονται οι κάτοικοι του χωριού Κονάκια επειδή ήταν ιδιαίτερα σκληροτράχηλοι. Οι συμμαχία των Ζερβουλιάνων και των Ξανθιάνων ήταν πιο ισχυρή εκείνη την εποχή από τους Πατσουριάνους και τους Καρατζαλιάνους.

Είχαν καταφέρει να γκρεμίσουν σπίτια και άλλα να τα έχουν καταλάβει. Οι γέροντες ωστόσο του τόπου προσπάθησαν να σταματήσουν τον οικογενειακό πόλεμο ώστε να μην γενικευτεί καθώς συμμετείχαν ήδη τέσσερεις οικογένειες του Μαλευρίου οι οποίες είχαν κλάδους τους και σε άλλα γειτονικά χωριά.

Η γενίκευση του πολέμου, πράγμα σύνηθες θα ήταν καταστροφικό για αυτό οι πρόκριτοι μερίμνησαν για την αποζημίωση των θιγόμενων (Πατσουριάνων και Καρατζαλιάνων). Μάλιστα τελευταίος υπογράφει ο Βασίλης Ζερβομπεάκος που ήταν ο γιος του πρώην μπέη της Μάνης. Να υπενθυμίσουμε πως όλα αυτά διαδραματίζονται λίγους μήνες πριν την έναρξη της ελληνικής επανάστασης του 1821, για αυτό ίσως πολλοί ήθελαν ειρήνη στον τόπο.

ΠΗΓΗ