Χένελλας (πειρατικό τραγούδι)

(ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΕ ΠΑΛΑΙΟΜΑΝΙΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ)

Χη σάλασ’ αντουρεύζεταϊ / Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύεϊ με του βράχους /Χούσιουτα, Χούσιουτας

Έτσ’ αντουρεύγουμαϊ τσάι `γου /Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύου με του Βλάχους / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Κάι τα βουνά αντουρεύγοντάϊ /Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύου με τα ισόινια / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Έτσα τσάι `γου με τους εχτρούς / Χένελλα, Χένελλας

Σ’ αντουρεύγουμάϊ αϊούϊνα / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Κάι η Τουϊρτσά έμ’ πάτηζε /Χένελλα, Χένελλας

Σ’ ούλη τη Μάνης τα χουϊρά /Χούσιουτα, Χούσιουτας

Τι άλλο καλό ε μάσαμε /Χένελλα, Χένελλας

Πεϊό κάλ’ απ’ τη λευτεϊρά /Χούσιουτα, Χούσιουτας.

(ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΕ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟ ΚΑΣΣΗ)

Η θάλασσα αντρειεύεται

κι όλο παλεύει με τους βράχους

έτσ’ αντρειεύομαι κι εγώ

κι όλο παλεύω με τους Βλάχους

και τα βουνά αντρειεύονται

κι όλο παλεύουν με τα χιόνια

ετσά κι εγώ με τους οχτρούς

θα αντρειεύομαι αιώνια

και η Τουρκιά δεν πάτησε

σ’ ούλη της Μάνης τα χωριά

τί άλλο καλό δε μάθαμε

πιο κάλιο από την λευτεριά.

 

Όπως είναι γνωστό η πειρατεία αποτελούσε επάγγελμα τα χρόνια της τουρκοκρατίας και η περιοχή της Μάνης ήταν λόγω της γεωγραφικής της θέσης αλλά και λόγω του ελεύθερου πνεύματος των κατοίκων της κατάλληλη στο να ευδοκιμήσουν τέτοιες πρακτικές. Το παραπάνω τραγούδι είναι πειρατικό- ναυτικό τραγούδι της Μάνης κα περιγράφει με μεγάλη ένταση και ζωντάνια την περηφάνια που διακατείχε τους ανθρώπους αυτούς για την «Ελευθερία» που είχαν κερδίσει με τα όπλα τους και την αναγωγή της σε απόλυτο μάθημα ζωής.

  • Χένελλας σημαίνει Ελλάς
  • Χούσιουτας σημαίνει τιμή μας
  • Βλάχοι σημαίνει οι ξένοι. Οι εκτός μανιάτικης νοοτροπίας. (οι Βλάχοι ήταν κυρίως κτηνοτροφικός πληθυσμός, νομαδικού τύπου. Τελείως αντίθετος με τον πολεμικό πολιτισμό των Μανιατών).

οι Ολλανδοί περιηγητές Van Egmont και John Heyman αναφέρουν

« […] οι Μανιάτες αρνούνται να πληρώσουν φόρο στο Σουλτάνο. Πολλές φορές έστειλαν ο Τούρκοι δυνάμεις να τους υποτάξουν. Έτσι είναι οι μόνοι Έλληνες που μπόρεσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους. Οι Έλληνες των γειτονικών περιοχών αποκαλούν τη Μάνη «Μεγάλο Αλγέρι». Είναι όλοι πειρατές εξ επαγγέλματος. Ακόμη και οι παπάδες τους ακολουθούν στις επιδρομές κι παίρνουν το ένα δέκατο από τις λείες ως δικαίωμα της εκκλησίας».

 

Advertisements

Πειρατικές Ιστορίες – Μανιάτες στην Αμοργό

Είναι γνωστό πως οι Μανιάτες αποτελούσαν τους πιο γνωστούς Έλληνες πειρατές κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Η παρουσία τους ήταν γνωστή σε όλη την Μεσόγειο και το σκλαβοπάζαρο του Οιτύλου λεγόταν Μεγάλο Αλγέρι. Οι πειρατές δεν ήταν άνθρωποι των γραμμάτων ή της θεωρίας. Άνθρωποι της δράσης ήταν που μην μπορώντας να ζήσουν στην ανέχεια έβγαιναν πειρατές, κατά τον ίδιο τρόπο που έβγαιναν κλέφτες οι στεριανοί.

Συνήθως στόχος των Μανιάτικων πειρατικών πλοίων ήταν τα πλούσια εμπορικά των Ενετών, Γενοβέζων ή των Τούρκων. Στόχοι τους επίσης ήταν μουσουλμανικοί ή καθολικοί οικισμοί με πλούτο. Το στενό μεταξύ Μάνης και Κυθήρων ήταν τα διόδια των Μανιατών οι οποίοι ζητούσαν τον λεγόμενο Λακωνικό φόρο.

Πολλές φορές όμως όταν υπήρχαν προβλήματα χρηματοδότησης, περιορισμένη λεία, λίγα εμπορικά πλοία, ισχυρή φρουρά συνοδείας, οι Μανιάτες στοχοποιούσαν και άλλους Έλληνες. Τρανταχτά είναι τα παραδείγματα πειρατείας στην Αμοργό και την Σχοινούσα.

Η χώρα της Αμοργού, πολύπλοκη ώστε να μπερδεύονται οι πειρατές κατά τις καταδρομικές τους επιχειρήσεις 

Το 1797 Μανιάτες πειρατές επιτέθηκαν στην Αμοργό με στόχο την λαφυραγωγία. Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως εκγύμνωσαν τον τόπο. Οι κάτοικοι του νησιού είχαν κρυφτεί στα βουνά για να μην πέσουν στα χέρια τους. Οι πειρατές  άδειασαν τα σπίτια, έσπασαν τα σεντούκια, τα γράμματά τους όλα χάθηκαν και δεν τους άφησαν ούτε ένα ρούχο. ( παρατηρούμε το οικονομικό επίπεδο των πειρατών). Χαρακτηριστικό είναι το κάτωθι τραγούδι της Αμοργού…

 

Της Αμοργού τα βάσανα πολλά να λυπηθείτε
Όπου ποτέ δεν έλπιζε για να τηνε πατήσουν
Μανιάτες το’ όνομα σκυλιά και να την αφανίσουν

 

            Κατά την αποχώρησή τους οι Μανιάτες δέχτηκαν επίθεση από κάποιους ψυχωμένους Αμοργιανούς οι οποίοι δεν άντεξαν στην εκγύμνωση της περιουσίας τους.

« να βγάλουν τότες όνομα’ ς Ανατολή και Δύσι,

ςτην Αμοργόν άλλην φοράν κλέπτης να μη πατήση».

 

οι Αμοργιανοί λόγω της λεηλασίας από τους πειρατές ζήτησαν από τους Τούρκους να μην πληρώσουν φόρους για τρία χρόνια, αλλά οι Τούρκοι δεν συμφώνησαν και τους είπαν ότι θα τους τιμωρήσουν αν δεν καταβάλουν τον επιβεβλημένο φόρο. Οι Τούρκοι λόγω χαμηλής αγροτική παραγωγής δεν ενδιαφέρονταν για τα νησιά. Είναι αξιοσημείωτο ότι πέραν από κάποιες μικρές φρουρές δεν είχαν έντονη παρουσία πλην της Κρήτης. Ο φόρος ήταν η μοναδική πρόσοδος την οποία ανέμεναν.

Η Αμοργός πρέπει να σημειώσουμε πως είχε πέσει θύμα πειρατείας αλλεπάλληλες φορές από πολλούς λαούς λόγω της θέσης της. Χαρακτηριστικό το κάτωθι δημοτικό της…..

– Σκλάβε πεινάς, σκλάβε διψάς, σκλάβε γδυμνόν σ’ αφήκαν;

-Μηδέ πεινώ, μήτε διψώ, μηδέ γδυμνιό μ’ αφήκες,

της νιότης μου θυμήθηκα, της δόλιας μου γυναίκας,

που’ μουν τριών μερών γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος,

εχτές πουλούν τα ρούχα μου, σήμερον τα’ άρματά μου,

αύριον την γυναίκα μου την ευλογούνε μ’ άλλον.

Ο Κωνσταντής, οι Μανιάτες και οι Σφακιανοί

Ο όρμος της Καρδαμύλης ( πειρατικό ορμητήριο του Μούρτζινου )

Σύμφωνα με έρευνα του Γ.Β. Νικολάου στον ΙΖ’ τόμο των «Λα­κωνικών σπουδών»,

τον Ιούνιο του 1776 έγινε πειρατεία στο στενό μεταξύ των Κυθήρων και της ανα­τολικής πλευράς της μανιάτικης χερσονήσου. Οι πειρατές είχαν επικεφαλής τον Κωνσταντή Κο­λοκοτρώνη, πατέρα του πρωτερ­γάτη της Επανάστασης του 1821 Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Το πλοίο τους ήταν γαλιότα με πλήρωμα ο­γδόντα Μανιάτες και Σφακιανούς και κατέλαβαν δύο βενετσιάνικα πλοία και το γαλλικό «Jean Baptiste», με φορτίο καπνού. Τα τρία πλοία οδηγήθηκαν στην Καρδαμύλη, που ήταν τότε έδρα του η­γεμόνα καπετάνιου Μιχαήλ Τρουπάκη.

Σφακιανός πολεμιστής

Ο πλοίαρχος και δύο ναύτες του γαλλικού πλοίου εστάλησαν στον πρόξενο της Γαλλίας, για να διαπραγματευτούν την καταβολή σαράντα χιλιάδων πιάστρων ως λύτρα για την απελευθέρωση των υπόλοιπων μελών του πληρώμα­τος και την επιστροφή του πλοίου και του φορτίου του. Σύμφωνα με έγγραφο που έστειλαν οι οθωμα­νικές αρχές από την Κορώνη στην Κωνσταντινούπολη, συνένοχος στην πειρατεία θεωρήθηκε και ο ηγεμόνας της περιοχής Μιχαήλ Τρουπάκης, καθώς ήταν ιδιοκτή­της της πειρατικής γαλιότας και την είχε πουλήσει εικονικά στον Κολοκοτρώνη, ο οποίος ασκούσε τότε πειρατεία.

Το αντάλλαγμα γι’ αυτή τη διευκόλυνση ήταν βέβαια το ήμισυ των λύτρων που θα εισέ­πρατταν οι πειρατές από τους Γάλ­λους. Μετά την αδυναμία της οθω­μανικής διοίκησης να διευθετήσει το όλο θέμα, οι Γάλλοι έστειλαν το πλοίο «Atalantis» να επιτεθεί στην Καρδαμύλη και στον πύργο του Τρουπάκη. Στόχος τους ήταν να εκφοβίσουν τους κατοίκους, ώστε οι τελευταίοι να τους παραδώσουν την πειρατική γαλιότα. Όμως, οι ε­τοιμοπόλεμοι Μανιάτες τους αντι­μετώπισαν σθεναρά, και μετά τον τραυματισμό του κυβερνήτη και δύο ναυτών οι Γάλλοι αποχώρησαν άπραγοι.

Πειρατική Ιστορία

 

Μερικοί Μανιάτες σε επιδρομή στη Σχοινούσα αιχμαλώτισαν μια βάρκα με το πλήρωμά της και την οικο­γένεια του Γεωργάκη Μπαρδάκα, σούδιτου Ρώσου, ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τη Νάξο. Οι πει­ρατές ξεγύμνωσαν τον Μπαρδάκα και τη συντροφιά του, που κατέ­φυγαν στις προξενικές αρχές της Νάξου και κατήγγειλαν τα εξής:

«Ναξία 1816, Απρίλιος 2 Ε.Ν. ημέ­ρα Τρίτη

επαρουσιάσθηκαν εις την Καντζελλαρίαν του Κονσολάρου του Αυτοκρατορικού των πασών Ρουσιών εις Ναξία οι κάτωθεν υ­πογεγραμμένοι Λάμπρος Ρεΐζης, Νεονής, Ιωβάνης, Ρώσος και Κωνσταντής Μεσμελής οι οποίοι με το να εφέρθησαν με την βάρκαν τους εις το νησάκι ονομαζόμενον Σκοινούσαν, από κάτω από την Ναξίαν διά να πάρουσι και να φέρουσι εδώ εις το πόρτο τον σινιόρ Γεωργάκη Μπαρδάκα, σούδιτον Ρούσσον με την μητέρα του και σύζυγόν του, εκεί είδανε εις τας ένδεκα του Φλεβάρη απερασμένους και επλάκωσαν εις εκείνο το νησί ένα καΐκι κλέπτικο καραβοκυρεμένο από έ­να Κρανιδιώτη ονόματι Σανόπουλο του Σταμάτη Λέκα και οι λοιποί ό­λοι σύντροφοί του ήτονε Μανιάτες και εξεγύμωσαν τον άνωθεν σινιόρ Γεοργάκη Μπαρδάκα με την συντροφία του εις τρόπον οπού τον άφησαν με τον μοναχό πουκάμισο επειδή και ευρίσκονταν εις την στεριάν εκεί που αράξανε το καράβι ό­που ήταν μπαρκάδο του Καπετάν Ιακουμάκη Λάμπρο Σαντορινιός και αφού τους εξεγύμνωσαν τους έβαλαν εις το καΐκι των άνωθεν γεμιτζήδων με τα μοναχά τους κορμιά και ήλθανε εις την Χώραν της Ναξίας. Ταύτα μαρτυρούσι εκ συνειδότος ως είναι γνωστά και εις όλο το νησί της Ναξίας βεβαιωμέ­νο ιδιοχείρως τως.

 

Λάμπρος Ρεήζης Νεονής μαρτυρώ

Γιάκοβος Ρώσος μαρτυρώ

Γιοβάνης Ρώσος μαρτυρώ

Ιωάννης Χατζής μαρτυρώ

Αργύρης Ταμηράλης μαρτυρώ

Κωνσταντής Μεσμελής μάρτυς

Φραντζέσκος Γεράρδης

υποπρόξενος

σφραγίς δικέφαλος αετός

επιγραφή

Conoslato di Naxia et Paros»

Από τα παραπάνω προκύπτει πως οι Μανιάτες δεν ήταν πάντα πειρατές με δικά τους πλοία αλλά πολλές φορές αποτελούσαν πλήρωμα επί μισθό. Ήταν δηλαδή και κουρσάροι, που ασκούσαν πειρατική δραστηριότητα σε υπηρεσία άλλου.

Χάρτης Σχοινούσας και Νάξου όπου και αναφέρεται το παραπάνω έγγραφο

Πηγή: εφημερίδα το Ποντίκι

Ο Θόδωρος Κι Ο Αναπλιώτης

Περιηγητής του 17ου αιώνα αναφέρει …

Λίγες ημέρες πριν αράξουμε στο λιμάνι της Μάνης, συνέβη ένα παράξενο περιστατικό στις καλύβες που βρισκόταν ανάμεσα στην Μάνη και το Οίτυλο. Δύο Μανιάτες, ο Θόδωρος και ο Αναπλιώτης, διαβόητοι πειρατές και στενοί φίλοι, φιλονίκησαν για την διανομή κοινών λαφύρων, και ταυτόχρονα σχεδίασαν ο καθένας για λογαριασμό του να απαγάγουν τις γυναίκες τους. Ο Θεόδωρος απήγαγε την γυναίκα του Αναπλιώτη και την έφερε να την πουλήσει σε ένα Μαλτέζο πειρατή που έμενε σε κάποιον όρμο. Επειδή δυσκολεύονταν να συμφωνήσουν στην τιμή, ο Μαλτέζος, επιθεωρώντας προσεχτικότερα την αιχμάλωτη, είπε ότι πριν από δυο ώρες είχε αγοράσει μια ωραιότερη γυναίκα στην μισή τιμή από εκείνη που ζητούσε ο Θόδωρος, διέταξε δε τους συντρόφους του να την παρουσιάσουν ώστε να πειστεί και ο Θόδωρος για την υπεροχή της. Μόλις όμως την είδε ο πειρατής, έμεινε κεραυνόπληκτος γιατί αναγνώρισε την δική του γυναίκα, που ο αντίπαλός του είχε προλάβει να απαγάγει. Παρόλα αυτά, αντί να φροντίσει να την πάρει από τα χέρια του Μαλτέζου, του ζήτησε να αγοράσει και εκείνη σε οποιαδήποτε τιμή ήθελε ο ίδιος, ώστε και οι δύο σύζυγοι να είναι ομοιοπαθείς, για να μην εκτεθεί μόνον αυτός στους σαρκασμούς των συμπατριωτών του.

Μπρίκι ή Βρίκιο. Πειρατικό καράβι της εποχής.

Ύστερα από λίγο, μαθαίνοντας ο Αναπλιώτης την απαγωγή της γυναίκας του, εξόπλισε μια κανονιοφόρο, και μαζί του ενώθηκε και ο Θόδωρος λησμονώντας ότι είχε συμβεί. Έτσι ήρθαν και απείλησαν με χίλιους τρόπους τον Μαλτέζο πειρατή, ο οποίος είτε γιατί φοβήθηκε την επίθεση των δύο συζύγων είτε γιατί δεν ήθελε να καταστρέψει να συμφέροντά του σε εκείνον τον τόπο, αναγκάστηκε να αφήσει και τις δύο γυναίκες να φύγουν. Ύστερα από το περιστατικό αυτό, μεσολάβησαν κοινοί φίλοι και μόνοιασαν τους δύο αντιπάλους, οι οποίοι μετά από δύο ημέρες βγήκαν για πειρατεία πάνω στο ίδιο πλοίο.

Γαλιότα. Πειρατικό καράβι που χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους πειρατές της Μάνης και τους Αλγερινούς.

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

  1. Το επίθετο Αναπλιώτης υπάρχει μέχρι σήμερα στην Μάνη. Εστία τους η Βάμβακα και το Κουλούμι.
  2. Οι Μαλτέζοι πειρατές είχαν καλές σχέσεις με τους Μανιάτες γιατί ήταν και οι δύο χριστιανοί.
  3. Κατά τον συγγραφέα ο όρος Μάνη και λιμάνι Μάνης αναφέρεται στο κάστρο και έδρα της επισκοπής  Μάνης στο Τηγάνι.
  4. Ο όρος καλύβες δεν είναι άστοχος, αν σκεφτεί κανείς ότι την εποχή εκείνη μεγάλος οικισμός από την Κοίτα μέχρι το Δυρό δεν υπήρχε αλλά ούτε και ισχυρές οικογένειες ώστε να έχουν μεγάλες κατοικίες.
  5. Ο πειρατικός όρμος που αναφέρεται πιθανόν είναι ο απόκρημνος ορμίσκος κάτω από το Κουλούμι.

Πειρατικές Ιστορίες – Εκκλησία και Πειρατεία

Στον περιηγητή του 17ου αιώνα Guilletiere διαβάζουμε…

            Αλλά και οι ιερείς και οι μοναχοί των Μανιατών έπαιρναν μέρος στην πειρατεία. Διημέρευαν μέσα σε σπήλαια και όταν έβλεπαν πλοία έτρεχαν να ειδοποιήσουν τα χωριά, ή να ετοιμαστούν για να αποκρούσουν τους εχθρούς, ή να μπουν στα πλοία για να λεηλατήσουν τα ξένα σκάφη. Πολλοί από αυτούς τους ιερωμένους επέβαιναν και στα καταδρομικά πλοία, για να δικαιολογήσουν την ανάρμοστη προς το ράσο τους αυτή ασχολία, τους έλεγαν ότι πηγαίνουν για να εισπράξουν το δέκατο από τα λάφυρα υπέρ των εκκλησιών.    

Ο κόλπος του Λιμενίου,ορμητήριο των πειρατών εκείνης της εποχής.

ΣΧΟΛΙΑ

Από το παραπάνω κείμενο καταλήγουμε σε πολλά συμπεράσματα.

Πρώτον είναι προφανές ότι η πείνα, η φτώχεια και γενικότερα όλες οι κοινωνικές αιτίες που ωθούν έναν άνθρωπο να κάνει επιθέσεις σε άλλους δεν άγγιζαν συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού αλλά ακόμα και ο ιερέας συμμετείχε σε ανόσιες πράξεις.

Δεύτερον τόσο η πειρατεία όσο και η ιεροσύνη δεν είχαν τότε την σημερινή έννοια. Αποτελούσαν απλώς και μόνο επαγγέλματα που τα ασκούσαν όλες οι κοινωνικές τάξεις. Οι Σταυροφόροι ιερείς ( Ιωαννίτες ιππότες ) ήταν και πειρατές χωρίς να απορρίπτουν την ιεροσύνη τους. Οι Μουσουλμάνοι ιερείς (Τουρκοπαπάδες) επίσης, συμμετείχαν σε πειρατικές επιδρομές ή πολέμους χωρίς αυτό να μειώνει το κύρος τους στο λαό, το αντίθετο μάλιστα. Λαφυραγωγία επίσης ασκούσαν και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και τακτικοί στρατοί της εποχής προκειμένου να βελτιώσουν το ηθικό του στρατού τους.

Τρίτον βλέπουμε τους ιερείς να συμμετέχουν στην άμυνα των χωριών της Μάνης από πειρατικές επιδρομές, διότι η Μάνη μπορεί να είχε πολλούς ντόπιους πειρατές γινόταν όμως και στόχος ξένων πειρατών πολλές φορές όντας στην μέση της Μεσογείου. Όχι τόσο για αρπαγή πλούτου όσο για απαγωγές ανθρώπων ή και ζώων.

Τέταρτον η επίσημη εκκλησία ποτέ δεν καταδίκασε ή απέταξε μοναχό ή ιερωμένο διότι πράγματι ένα κομμάτι της λείας δινόταν στις τοπικές επισκοπές. Η Μάνη είχε 7.