Ο Θόδωρος Κι Ο Αναπλιώτης

Περιηγητής του 17ου αιώνα αναφέρει …

Λίγες ημέρες πριν αράξουμε στο λιμάνι της Μάνης, συνέβη ένα παράξενο περιστατικό στις καλύβες που βρισκόταν ανάμεσα στην Μάνη και το Οίτυλο. Δύο Μανιάτες, ο Θόδωρος και ο Αναπλιώτης, διαβόητοι πειρατές και στενοί φίλοι, φιλονίκησαν για την διανομή κοινών λαφύρων, και ταυτόχρονα σχεδίασαν ο καθένας για λογαριασμό του να απαγάγουν τις γυναίκες τους. Ο Θεόδωρος απήγαγε την γυναίκα του Αναπλιώτη και την έφερε να την πουλήσει σε ένα Μαλτέζο πειρατή που έμενε σε κάποιον όρμο. Επειδή δυσκολεύονταν να συμφωνήσουν στην τιμή, ο Μαλτέζος, επιθεωρώντας προσεχτικότερα την αιχμάλωτη, είπε ότι πριν από δυο ώρες είχε αγοράσει μια ωραιότερη γυναίκα στην μισή τιμή από εκείνη που ζητούσε ο Θόδωρος, διέταξε δε τους συντρόφους του να την παρουσιάσουν ώστε να πειστεί και ο Θόδωρος για την υπεροχή της. Μόλις όμως την είδε ο πειρατής, έμεινε κεραυνόπληκτος γιατί αναγνώρισε την δική του γυναίκα, που ο αντίπαλός του είχε προλάβει να απαγάγει. Παρόλα αυτά, αντί να φροντίσει να την πάρει από τα χέρια του Μαλτέζου, του ζήτησε να αγοράσει και εκείνη σε οποιαδήποτε τιμή ήθελε ο ίδιος, ώστε και οι δύο σύζυγοι να είναι ομοιοπαθείς, για να μην εκτεθεί μόνον αυτός στους σαρκασμούς των συμπατριωτών του.

Μπρίκι ή Βρίκιο. Πειρατικό καράβι της εποχής.

Ύστερα από λίγο, μαθαίνοντας ο Αναπλιώτης την απαγωγή της γυναίκας του, εξόπλισε μια κανονιοφόρο, και μαζί του ενώθηκε και ο Θόδωρος λησμονώντας ότι είχε συμβεί. Έτσι ήρθαν και απείλησαν με χίλιους τρόπους τον Μαλτέζο πειρατή, ο οποίος είτε γιατί φοβήθηκε την επίθεση των δύο συζύγων είτε γιατί δεν ήθελε να καταστρέψει να συμφέροντά του σε εκείνον τον τόπο, αναγκάστηκε να αφήσει και τις δύο γυναίκες να φύγουν. Ύστερα από το περιστατικό αυτό, μεσολάβησαν κοινοί φίλοι και μόνοιασαν τους δύο αντιπάλους, οι οποίοι μετά από δύο ημέρες βγήκαν για πειρατεία πάνω στο ίδιο πλοίο.

Γαλιότα. Πειρατικό καράβι που χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους πειρατές της Μάνης και τους Αλγερινούς.

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

  1. Το επίθετο Αναπλιώτης υπάρχει μέχρι σήμερα στην Μάνη. Εστία τους η Βάμβακα και το Κουλούμι.
  2. Οι Μαλτέζοι πειρατές είχαν καλές σχέσεις με τους Μανιάτες γιατί ήταν και οι δύο χριστιανοί.
  3. Κατά τον συγγραφέα ο όρος Μάνη και λιμάνι Μάνης αναφέρεται στο κάστρο και έδρα της επισκοπής  Μάνης στο Τηγάνι.
  4. Ο όρος καλύβες δεν είναι άστοχος, αν σκεφτεί κανείς ότι την εποχή εκείνη μεγάλος οικισμός από την Κοίτα μέχρι το Δυρό δεν υπήρχε αλλά ούτε και ισχυρές οικογένειες ώστε να έχουν μεγάλες κατοικίες.
  5. Ο πειρατικός όρμος που αναφέρεται πιθανόν είναι ο απόκρημνος ορμίσκος κάτω από το Κουλούμι.
Advertisements

Πειρατικές Ιστορίες – Εκκλησία και Πειρατεία

Στον περιηγητή του 17ου αιώνα Guilletiere διαβάζουμε…

            Αλλά και οι ιερείς και οι μοναχοί των Μανιατών έπαιρναν μέρος στην πειρατεία. Διημέρευαν μέσα σε σπήλαια και όταν έβλεπαν πλοία έτρεχαν να ειδοποιήσουν τα χωριά, ή να ετοιμαστούν για να αποκρούσουν τους εχθρούς, ή να μπουν στα πλοία για να λεηλατήσουν τα ξένα σκάφη. Πολλοί από αυτούς τους ιερωμένους επέβαιναν και στα καταδρομικά πλοία, για να δικαιολογήσουν την ανάρμοστη προς το ράσο τους αυτή ασχολία, τους έλεγαν ότι πηγαίνουν για να εισπράξουν το δέκατο από τα λάφυρα υπέρ των εκκλησιών.    

Ο κόλπος του Λιμενίου,ορμητήριο των πειρατών εκείνης της εποχής.

ΣΧΟΛΙΑ

Από το παραπάνω κείμενο καταλήγουμε σε πολλά συμπεράσματα.

Πρώτον είναι προφανές ότι η πείνα, η φτώχεια και γενικότερα όλες οι κοινωνικές αιτίες που ωθούν έναν άνθρωπο να κάνει επιθέσεις σε άλλους δεν άγγιζαν συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού αλλά ακόμα και ο ιερέας συμμετείχε σε ανόσιες πράξεις.

Δεύτερον τόσο η πειρατεία όσο και η ιεροσύνη δεν είχαν τότε την σημερινή έννοια. Αποτελούσαν απλώς και μόνο επαγγέλματα που τα ασκούσαν όλες οι κοινωνικές τάξεις. Οι Σταυροφόροι ιερείς ( Ιωαννίτες ιππότες ) ήταν και πειρατές χωρίς να απορρίπτουν την ιεροσύνη τους. Οι Μουσουλμάνοι ιερείς (Τουρκοπαπάδες) επίσης, συμμετείχαν σε πειρατικές επιδρομές ή πολέμους χωρίς αυτό να μειώνει το κύρος τους στο λαό, το αντίθετο μάλιστα. Λαφυραγωγία επίσης ασκούσαν και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και τακτικοί στρατοί της εποχής προκειμένου να βελτιώσουν το ηθικό του στρατού τους.

Τρίτον βλέπουμε τους ιερείς να συμμετέχουν στην άμυνα των χωριών της Μάνης από πειρατικές επιδρομές, διότι η Μάνη μπορεί να είχε πολλούς ντόπιους πειρατές γινόταν όμως και στόχος ξένων πειρατών πολλές φορές όντας στην μέση της Μεσογείου. Όχι τόσο για αρπαγή πλούτου όσο για απαγωγές ανθρώπων ή και ζώων.

Τέταρτον η επίσημη εκκλησία ποτέ δεν καταδίκασε ή απέταξε μοναχό ή ιερωμένο διότι πράγματι ένα κομμάτι της λείας δινόταν στις τοπικές επισκοπές. Η Μάνη είχε 7.

Πειρατικές Ιστορίες: Ο Χασάν Μπάμπα Και Οι Μανιάτες

Κατά την διάρκεια των Ενετοτουρκικών πολέμων οι Μανιάτες υποστηριζόμενοι από τους Ενετούς έκαναν συνεχώς επιδρομές εναντίον των τούρκων. Αποκορύφωμα αυτών των επιθέσεων ήταν η πυρπόληση του τουρκικού στόλου που πολιορκούσε την Κρήτη σαν αντίποινα για το σούβλισμα κάποιων συμπατριωτών τους.

Ο Αχμέτ Κιουπρουλής θέλοντας να απαλλαγεί από αυτόν τον ενοχλητικό εχθρό πρότεινε στους Μανιάτες να συνεργαστούν μαζί του και να τους δώσει μισθό διπλάσιο από αυτόν των στρατιωτών του. Περήφανοι όπως ήταν αρνήθηκαν οι πειρατές τέτοια προσφορά και συνέχισαν τις επιθέσεις τους με μεγαλύτερη μανία.

Ο Κιουπρουλής γεμάτος θυμό για την κατάσταση αυτή επιστράτευσε τον Χασάν Μπαμπά. Θεωρείτο ο καλύτερος ναυτικός ηγέτης των Τούρκων. Η εμπειρία του στην θάλασσα ήταν πολύ μεγάλη λόγω του ότι και αυτός ήταν πειρατής και μάλιστα ιδιαίτερα γνωστός. Οι Τούρκοι ήθελαν να πολεμήσουν την φωτιά με την φωτιά. Πίστευαν πως μόνον ένας πειρατής μπορούσε να επιβληθεί.

Αποστολή του Χασάν Μπαμπά ήταν η καθυπόταξη της Μάνης. Εμφανίστηκε στα παράλια του Λακωνικού με καλά εξοπλισμένο στόλο αλλά με λευκή σημαία, πρότεινε στους Μανιάτες να του παραδώσουν ομήρους και να υπογράψουν συνθηκολόγηση. Αντί αυτού δέχτηκε καταιγισμό πυρών. Ντελάληδες καλούσαν τους άνδρες στα όπλα με τόπους συγκέντρωσης την Ανδρούβιστα και τις Κιτριές ενώ τις γυναίκες και τα παιδιά να ανέβουν στον Ταΰγετο για ασφάλεια. Κατά την αναρρίχηση εκείνων των γυναικών στα κακοτράχαλα βουνά της Μάνης μαζί με τα κοπάδια τους και τα πενιχρά έπιπλά τους συνέβη το εξής χαρακτηριστικό επεισόδιο.

Η παραλία του Αϊ Γιάννη στις Κιτριές, λιμάνι της εποχής

Ένας νεαρός, τον οποίο είχε στείλει ο άνδρας μιας από τις γυναίκες, η οποία θήλαζε ένα βρέφος μόλις τριών ημερών, την ρώτησε που είχε βάλει το σπαθί και το τουφέκι μέσα στην ανακατωσούρα της ξαφνικής αναχώρησης. Η γενναία Μανιάτισσα που ανήκε στην επίσημη οικογένεια των Γερακαριάνων αποκρίθηκε οργισμένη,

 Να πεις στον άνδρα μου να έρθει γρήγορα να φυλάξει την γίδα και να κρατήσει το παιδί κι εγώ θα πάω να βρω τα όπλα του και θα τα μεταχειριστώ καλύτερα από αυτόν.

Και παραδίνοντας το βρέφος σε μια γριά έφυγε παραλιακά. Το παράδειγμά της ακολούθησαν πολλές γυναίκες ακόμα φθάνοντας στις Κιτριές λίγο πριν κάνει απόβαση ο Χασάν Μπαμπά. Οι μανιασμένες φωνές των γυναικών αλλά και οι άγριοι αλαλαγμοί ( χούγιασμα ) των ανδρών αποθάρρυναν τον Τούρκο να αποβιβαστεί. Την νύχτα δέκα ψυχωμένοι Μανιάτες κολυμπώντας έκοψαν τις άγκυρες από τα πλοία και δύο από αυτά συνετρίβισαν στην ακτή και λεηλατήθηκαν από τους ντόπιους. Πιάστηκαν και πολλοί Τούρκοι αιχμάλωτοι. Ο Χασάν Μπαμπά έφυγε ντροπιασμένος και μόλις που πρόλαβε να σωθεί στο μοναδικό πλοίο που του απέμεινε. Η ψυχή του Τουρκικού ναυτικού έφυγε άπραγη.

Το Μεγάλο Αλγέρι-Πειρατεία Στη Μάνη

Κατά τον 18ο αιώνα παρατηρείτε έξαρση της πειρατείας στον ελλαδικό χώρο.

Οι Βενετοτουρκικοί πόλεμοι αποτέλεσαν εξαιρετική ευκαιρία για την ανάπτυξή της, ιδιαίτερα στη Μάνη. Οι συνθήκες επιβίωσης σε έναν τόπο άνυδρο και φτωχό όπως η Μάνη είναι πολύ δύσκολες. Ειδικότερα στη Μέσα Μάνη όπου το κλίμα και το τοπίο είναι πιο τραχύ και η συλλογή πόρων δυσκολότερη. Έτσι η πειρατεία για τους Μέσα Μανιάτες αποτέλεσε λύση στα θέματα επιβίωσης και διευκόλυνε την καθημερινή τους ζωή.

Στην Έξω Μάνη αν και υπήρχε και εκεί πειρατεία, δεν εκδηλώθηκε στον ίδιο βαθμό όπως στη Μέσα Μάνη. Κυριότερος παράγοντας υπήρξε η μεγαλύτερη αγροτική ανάπτυξη της Έξω Μάνης, το εύφορο έδαφος και η μεγαλύτερη εμπορική δραστηριότητα της περιοχής.

Κατά τα χρόνια της έξαρσης της πειρατείας, δόθηκε στη Μάνη από τους ξένους η ονομασία ‘’Μεγάλο Αλγέρι’’, παρομοιάζοντάς την με αυτό τον τρόπο με το Αλγέρι , το οποίο ήταν το μεγαλύτερο κέντρο δουλεμπορίου στην Βόρεια Αφρική εκείνη την εποχή.

Τα πρώτα χρόνια της πειρατείας οι Μανιάτες επιδίδονταν σε ένα περίεργο είδος πειρατείας, την πειρατεία από στεριά. Αυτό γινόταν πιθανότατα λόγω της αδυναμίας των Μανιατών να αποκτήσουν ιδιόκτητα πλοία. Η τακτική που ακολουθούσαν ήταν η παραπλάνηση των πλοίων τη νύχτα ούτως ώστε να χάσουν την πορεία τους και να προσκρούσουν στα βράχια.

Η παραπλάνηση των πλοίων γινόταν ως εξής:

Υπήρχαν άτομα τα οποία επόπτευαν τη θάλασσα το βράδυ, συνήθως ήταν καλόγεροι ή παπάδες οι οποίοι παίρνανε μέρος και αυτοί στην επιχείρηση. όταν εντοπίζανε κάποιο πλοίο να πλέει  κοντά στις ακτές ειδοποιούσαν και σβήνανε το φώς του φάρου. Από πριν είχανε φροντίσει να έχουν ένα κοπάδι ζωντανά μαζί τους στα οποία κρεμάγανε μικρά φανάρια τα οποία τα ανάβανε την ώρα που σβήνανε τα υπόλοιπα φώτα. Από μακριά το πλοίο έβλεπε τα φανάρια και οι ναυτικοί θεωρούσαν ότι ήταν τα φώτα των σπιτιών ενός χωριού. Έτσι έβαζαν πορεία προς τα φώτα και οι ντόπιοι σιγά σιγά μετακινούσαν το κοπάδι προς τις βραχώδης περιοχές, στις οποίες έπεφτε το πλοίο και εφορμούσαν οι Μανιάτες, λεηλατώντας το και καταστρέφοντάς το.

Η λεία αργότερα συγκεντρωνόταν και μοιραζόταν στα ίσα μεταξύ των Μανιατών.

Υπάρχει η φράση που χαρακτηρίζει την πειρατική δραστηριότητα στη Μάνη εκείνη την εποχή:

Από τον Κάβο Ματαπά

σαράντα μίλια μακριά

και από τον Κάβο Γκρόσσο

σαράντα κι άλλο τόσο.

Διάσημοι Μανιάτες πειρατές της εποχής ήταν ο Νικολός Σάσσαρης από τους Σασσαριάνους του Μεζάπου, ο Δημήτριος Καλκαντζής από το Γύθειο, ο Σαμπάτης Λέκκας, ο Αντώνης και Γιάννης Μανιάτης, ο Αντώνης Κοσμάς από τη Βάθεια, ο Πηλόκωτσος από τον Κυπριανό, η οικογένεια των Κουτσουλιεριάνων, οι Αραπάκηδες, οι Ρίτσοι, οι Ρόζοι, οι Χαραμιάνοι από την Κοίτα, οι Τρουπάκηδες, οι Μαντουβαλιάνοι από τους Μπουλαριούς, οι Μαυρομιχάληδες κ.α.

Τη φήμη του μεγαλύτερου πειρατή στη Μάνη ανάμεσα σε άλλους κατείχε ο Λιμπεράκης Γερακάρης από τους Κοσμάδες της Βάθειας, ο οποίος διετέλεσε μπέης της Μάνης και υπήρξε η αιτία για την μετανάστευση των Στεφανοπουλέων από τη Μάνη στην Κορσική.