Στα πρόθυρα της Επανάστασης του 1821

Αποτέλεσμα εικόνας για 1821

o όρκος των αγωνιστών  (Θεόδωρου Βρυζάκη)

Ο Ιωάννης Φιλήμων ήταν ένας άνθρωπος που έζησε από κοντά και σε παραγωγική ηλικία τα γεγονότα της Ελληνικής επανάστασης. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Οθωμανικό ζυγό έγραψε ένα τετράτομο έργο για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Εκεί υπάρχουν πίνακες – που ίσως για πρώτη φορά επιστημονικά – παρουσιάζονται οι συσχετισμοί δυνάμεων των αντιπάλων.

            Οι πίνακες αυτοί φυσικά δεν είναι προϊόν επιστημονικής έρευνας, αλλά ένα πάντρεμα προφορικής παράδοσης, προσωπικών βιωμάτων του συγγραφέα αλλά και έρευνας από προσωπικότητες της εποχής που συμμετείχαν ενεργά στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Παρόλα αυτά αποτελούν μια πρώτη εικόνα της κατάστασης και των προσώπων που κυριαρχούσαν στον Μοριά την εποχή λίγο πριν την έναρξη της Επανάστασης καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι ιστοριογράφοι έβλεπαν τους Έλληνες.

Untitled

Στον Α Πίνακα αναφέρονται με την σειρά οι επαρχίες της Πελοποννήσου (όπως ήταν χωρισμένες από τους Τούρκους), στα 1820. Αναφέρονται συνολικά 23 επαρχίες. Δίπλα τους αναφέρεται ο αριθμός Ελλήνων, «που δύνανται να φέρουν όπλα», καθώς ο οπλισμός εκεί ήταν περιορισμένος στους κλέφτες και στους αρματολούς της περιοχής. Στην επόμενη στήλη αναφέρονται οι ένοπλοι Τούρκοι κάθε επαρχίας που υπηρετούσαν στα τοπικά κάστρα. Στην επόμενη στήλη αναφέρονται οι αρχηγοί των Ελλήνων κατά επαρχίες και στην τελευταία στήλη οι αρχηγοί των Τούρκων κατά επαρχία. Η συνολική εικόνα μας οδηγεί σε μια σειρά συμπερασμάτων.

  1. Οι Έλληνες υπερτερούσαν σημαντικά σε πληθυσμό – υστερούσαν όμως σημαντικά σε οπλισμό.
  2. Οι τοπικοί αρχηγοί των Ελλήνων ήταν ισχυρότατοι οικονομικά, ακόμα και στα μάτια των Τούρκων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η οικογένεια Σισίνη της Ηλείας.
  3. Οι ισχυρότεροι Τούρκοι βρίσκονταν στην περιοχή του Λάλα (Λαλιώτες) και του Μυστρά (Μπαρδουνιώτες).

γρ

Στον Β Πίνακα αναφέρονται οι καπετανίες της Μάνης. Η περιοχή αυτή ζούσε με τους δικούς της νόμους – εθιμικό δίκαιο – είχε πολύ οπλισμό, εμπειροπόλεμους άνδρες, συμμετοχή σε προηγούμενα επαναστατικά κινήματα και στην πειρατεία. Για αυτούς τους λόγους γίνεται ξεχωριστή μνεία από την λοιπή Πελοπόννησο. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε  ότι η Μάνη διοικητικά δεν υπαγόταν καν στο πασαλίκι του Μοριά αλλά στον Οθωμανό Ναύαρχο (Καπουδάν Πασά). Η εικόνα του πίνακα αυτού μας οδηγεί στα εξής συμπεράσματα.

  1. Σύμφωνα με τον Φιλήμονα το 25% των μάχιμων Ελλήνων ήταν από την Μάνη
  2. Προσωπικότητες με μεγάλη ισχύ όπλων ήδη από τα προ επαναστατικά χρόνια ήταν οι Μαυρομιχαλαίοι, οι Γρηγοράκηδες, οι Καβαλλιεράκηδες, ο Δουράκης, ο Κυβέλος, ο Μούρτζινος, ο Χρηστέας, ο Καπετανάκης, ο Κουμουνδούρος αλλά και άλλες πατριές της μέσα Μάνης όπως οι Μιχαλακιάνοι (Νικλιάνοι) και οι Γρηγορακάκηδες (Καουριάνοι).

Οι παραπάνω λόγοι λοιπόν εξηγούν όχι μόνο την επιλογή της Πελοποννήσου ως περιοχή κατάλληλη για την έναρξη της επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο αλλά και της επιλογής της Μάνης ως κέντρο των επαναστατικών διεργασιών στις αρχές του Μάρτη με αποκορύφωμα την 17η Μάρτη 1821,
όπου ένοπλοι Μανιάτες ξεκίνησαν να καταλάβουν την πόλη της Καλαμάτας.

Πηγές

  • Ιωάννου Φιλήμονος «Δοκίμιο Ιστορικό περί της Ελληνικής επανάστασης» τόμος 1ος τύπος Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήνα 1859
  • Κ. Κάσση «Μανιάτικα Μοιρολόγια», τόμος Β, Αθήνα 1980
  • https://maniatika.wordpress.com/

 

Η Μάχη Της Βέργας

Μετά την νίκη του Ιμπραήμ στην Στερεά και την κατάληψη της πόλης του Μεσολογγίου, ο Ιμπραήμ απερίσπαστος κατέληξε πως για να κατασταλεί η επανάσταση πρέπει να κερδίσει μια αποφασιστική νίκη στην Μάνη που μαχόταν ακόμα σε αντίθεση με τις περισσότερε περιοχές της Πελοποννήσου που είτε είχαν προσκυνήσει είτε είχαν λεηλατηθεί από τα στρατεύματα του πασά. Με ηθικό ανεβασμένο από τις πρόσφατες επιτυχίες του και με 7000 πεζούς και 1500 ιππείς κατέβηκε στην Καλαμάτα.

Ο Ιμπραήμ στις 29/5/1826 στέλνει επιστολή στον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη και τον διατάσσει εντός δέκα ημερών να προσέλθει μαζί μ’ όλους τους προκρίτους της Μάνης να τον προσκυνήσουν ,αλλιώς θα κυριεύσει και θα αφανίσει τη Μάνη. Και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης απάντησε ως εξής:

«Ελάβομεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδωμεν να μας φοβερίζεις ότι αν δεν σου προσφέρομεν την υποταγήν μας θέλεις εξολοθρεύσεις τους Μανιάτες και την Μάνην. Διά τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσες δυνάμεις θελήσεις. Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομεν και σε περιμένομεν».

(Σπ. Τρικούπης –Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως Α’ σ.19 )

Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Την δυσμενή κατάσταση που επικρατούσε στο Ελληνικό στρατόπεδο περιγράφει δραματικά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

« εις τον καιρό του προσκυνήματος μόνον φοβήθηκα για την πατρίδα, όχι άλλη φορά…»

Η ψυχολογία των Ελλήνων ήταν ιδιαίτερα πεσμένη την περίοδο εκείνη και η Μάνη είχε γεμίσει πρόσφυγες από Μεσσηνία και Λακωνία προκειμένου να γλιτώσουν τα δεινά του Ιμπραήμ. Ωστόσο με πολεμική καρτερία οι Μανιάτες με χρήματα της οικογένειας Καπετανάκη από την Αβία έχτισαν ένα μακρύ ταμπούρι από ξερολιθιά και στην άκρη του έναν πύργο. Ήταν η λεγόμενη ξερολιθιά της Βέργας στον Αλμυρό της Μάνης. Εκεί στα σύνορα της περιοχής τους σε ένα στένεμα οχυρωμένο πια 1000 περίπου Μανιάτες με επικεφαλή τον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη περίμεναν τον Ιμπραήμ.

Επακολούθησαν τρεις διαδοχικές σφοδρότατες επιθέσεις του Ιμπραήμ, τις οποίες οι Μανιάτες απόκρουσαν κατά μέτωπο και με τα πυρά από δυο βρίκια από την θάλασσα. Ο Ιμπραήμ αποφάσισε τότε να επιχειρήσει απόβαση 1500 Αιγυπτίων πεζών στο Δυρό. Το σώμα αυτό αποβιβάστηκε και προέλασε προς τα Τσαλαπιάνικα, όπου κατατροπώθηκε από τα πυρά των γύρω Μανιατών. Ακόμα και οι γυναίκες τους υποδέχτηκαν με τα δρεπάνια στο χέρι. Μετά από σκληρό αγώνα οι Αιγύπτιοι επιβιβάστηκαν και πάλι και έφυγαν. Ο Ιμπραήμ διέταξε τότε νέα επίθεση στην Βέργα η οποία απέτυχε όπως και οι προηγούμενες.

Το τείχος της Βέργας και μέρος του πύργου

Η σημασία της νίκης στην βέργα του Αλμυρού ήταν βαρύνουσα. Όχι μόνον αναπτερώθηκε το ηθικό των Ελλήνων μετά την νικηφόρα έκβαση της μάχης και προστατεύθηκε ο πληθυσμός που είχε βρει καταφύγιο στην Μάνη αλλά ταυτοχρόνως με την νίκη αυτή κρατήθηκε ζωντανή η επαναστατική φλόγα που τρεμόπαιζε να σβήσει.

Άγνωστες πτυχές της μάχης

  • ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του, αναφέρει: «Όταν έλειπε ο Ιμπραήμης στο Μεσολόγγι, οι Μανιάτες έφκειασαν εις τον Αλμυρόν, όπου είναι των Καπετανιάνων τα σπίτια, ένα ταμπούρι δυνατό από το πέλαγος έως εις τον βράχον, εκράταε έως ένα μίλι» και «ο Ιμπραήμης έστειλε τον κεχαγιάν του να ματακτυπήση την Βέργαν εις τον Αλμυρό». Το τείχος δηλαδή προϋπήρχε και ανακατασκευάστηκε τον Ιούνιο του 1826.
  • Κάποια στιγμή μια νιόπαντρη που πολεμούσε με τον άνδρα της βλέπει να τραυματίζεται στον ώμο. Με τα δόντια της βγάζει το βόλι από την πληγή του και του λέει «πάρε το και βάρεσε τον στο κεφάλι».
  • Κατά την διάρκεια της μάχης διακρίθηκαν οι ντόπιοι που αγωνιούσαν για τις τύχες τους. Οικογένειες που ανδραγάθησαν σύμφωνα με την παράδοση στην Βέργα οι Γυφτέοι, οι Δραγωνέοι και οι Χειλέοι.
  • Άλλοι που διακρίθηκαν όχι μόνο για την παλικαριά τους αλλά και για την στρατηγική τους ήταν οι Σκυφιάνοι. (κάτοικοι του χωριού Σκυφιάνικα).
  • Κατά την διάρκεια της μάχης η παράδοση αναφέρει πως στην πάνω Σέλιτσα – Βέργα έγινε λιτανεία για την εμψύχωση των πολεμιστών καθώς το χωριό φαίνεται από το πεδίο της μάχης.

Η Μάχη Των Μύλων Της Λέρνης (13/06/1825)

Ο Ιμπραήμ πασάς μετά από σειρά νικών εναντίον των Ελλήνων και την αμαχητί κατάληψη της Τριπολιτσάς, έστρεψε την προσοχή του προς το Ναύπλιο σε μια μορφή επιθετικής αναγνώρισης του εδάφους. Οι επαναστάτες μη γνωρίζοντας τις προθέσεις του οχυρώθηκαν στους Μύλους, λίγο έξω από το Ναύπλιο προκειμένου να τον ανακόψουν. Γενικός αρχηγός των εκεί επαναστατών ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης ενώ υπαρχηγοί είχαν οριστεί ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο Ιωάννης Μακρυγιάννης.

Κ. Μαυρομιχάλης

Η κυβέρνηση είχε ορίσει τον φιλέλληνα Μοντανέλλι να οχυρώσει τους μύλους λόγω της στρατηγικής τους σπουδαιότητας για την πόλη του Ναυπλίου, ωστόσο τα γεγονότα τον πρόλαβαν και έτσι η περιοχή την στιγμή της επίθεσης του πασά ήταν ανοχύρωτη.

Η συνολική δύναμη των επαναστατών δεν ξεπερνούσε τους 500 άνδρες. (Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ήταν 350 περίπου). Ο Μακρυγιάννης με 150 περίπου, ο Υψηλάντης με 17 φιλέλληνες και όλους τους άτακτους του Ναυπλίου, ο Μαυρομιχάλης με τον νταϊφά του (κυρίως Μανιάτες) και ο Κάρπος με τον λόχο των ευζώνων. Στο πλευρό των επαναστατών και τρία μπρίκια τα οποία πλησίασαν την ακτή προκειμένου τα πυροβόλα τους να είναι σε βεληνεκές βολής υποστήριξης.

Οι Μύλοι ήταν ζωτικής σημασίας για το Ναύπλιο διότι προμήθευαν τρόφιμα και ύδρευση στην πόλη. Η κατοχή τους σε ελληνικά χέρια έπρεπε να μείνει με κάθε κόστος. Ο Μακρυγιάννης βιαστικά και όπως μπορούσε έφτιαξε μικρά οχυρωματικά έργα από ξερολιθιά και ντουφεκότρυπες από την 11η Ιουνίου 1825. Μέσα στις επόμενες δύο μέρες οι Έλληνες είχαν συγκεντρωθεί για μάχη στην περιοχή.

Ιωάννης  Μακρυγιάννης

Ο Μακρυγιάννης λέει χαρακτηριστικά για εκείνες τις ώρες …..

« Τέλος από αυτά ούτε νερό είχε μέσα, ούτε κανόνι εις τον τόπον του κι᾿ αν έπαιρνε τους Μύλους ο Μπραϊμης, κεντρικόν μέρος της θάλασσας και στεργιάς και πλήθος ζαϊρέδες και πολεμοφόδια και νερό ποταμός, μπλοκάριζε και τ᾿ Ανάπλι. Και εις την κατάστασιν οπού ᾿ταν κάμετε την κρίση αν βαστούσε. Αφού το δυνάμωσα, σε δυο ημέρες ήρθε ο Χατζημιχάλης με τους ανθρώπους μου, οπού μου πήρε, ήρθε κι᾿ ο Κωσταντήμπεγης Μαυρομιχάλης μ᾿ ολίγους κι᾿ ο Υψηλάντης με τους ανθρώπους του, όλους δεκαπέντε ».

Το μεσημέρι της 13ης Ιουνίου 1825 μια Αιγυπτιακή φάλαγγα 6000 ανδρών (άλλοι αναφέρουν 5000) προσέβαλε με σφοδρότητα τις θέσεις των επαναστατών. Η επίθεση εντάθηκε εναντίον του κέντρου που υπεράσπιζε ο Μακρυγιάννης και του αριστερού άκρου που υπεράσπιζε ο Υψηλάντης. Αν το κέντρο υποχωρούσε θα κυκλώνονταν και θα συντρίβονταν όλοι οι επαναστάτες. Αν ο Υψηλάντης (αριστερά) υποχωρούσε θα χανόταν το σημείο ασφαλούς φυγής των επαναστατών προς την θάλασσα σε περίπτωση ήττας.

Δημήτριος Υψηλάντης

Συνολικά τρεις επιθέσεις (γιουρούσια) του πεζικού και μία του ιππικού είχαν αναχαιτιστεί όταν το πυροβολικό του Ιμπραήμ κατάφερε να γκρεμίσει μέρος  των οχυρώσεων των επαναστατών και οι Αιγύπτιοι άρχισαν να εισβάλλουν. Ωστόσο χάρις την έγκαιρη αντιμετώπιση τους από τους επαναστάτες αναχαιτίστηκαν. Λόγω προχωρημένης ώρας αλλά και συνεχόμενων αποτυχιών ο πασάς τραβήχτηκε πίσω στην Αργολική κοιλάδα.

Οι απώλειες των Ελλήνων κατά την μάχη των Μύλων ήταν (7) επτά Έλληνες και ένας φιλέλληνας. Από την πλευρά των Αιγυπτίων οι πηγές αναφέρουν γύρω στους 50 νεκρούς χωρίς όμως να μπορεί κανείς να το εξακριβώσει. Λέει χαρακτηριστικά ο Μακρυγιάννης ….

«Είχα διορίση εις τους ανθρώπους μου άνθρωπον και τους διοικούσε. Λυπήθη πολύ ο αγαθός Υψηλάντης κι᾿ ο Κωσταντήμπεγης οπού πληγώθηκα. Ο σκοτωμός των Τούρκων -είναι άγνωστη η ποσότη, ότι τους σήκωναν ευτύς».

 Κριτική επί της μάχης και των απομνημονευμάτων ….

Η μάχη των Μύλων αποτελεί μάχη μεγάλης σημασίας, όχι μόνο γιατί προστάτεψε την περιοχή από τα εχθρικά στρατεύματα αλλά γιατί ανύψωσε το ηθικό των Ελλήνων μετά από μια σειρά ηττών, αποδεικνύοντας ότι ο Ιμπραήμ της Αιγύπτου δεν είναι αήττητος. Είναι στην ουσία η πρώτη μάχη όπου Έλληνες αναχαιτίζουν τον τακτικό στρατό του Ιμπραήμ κρατώντας ζωντανή την επαναστατικά φλόγα.

Την νίκη αυτή ωστόσο ο Μακρυγιάννης προσπαθεί στα απομνημονεύματα του να την μεγαλοποιήσει ακόμα περισσότερο και να την καπηλευτεί καθώς κάνει ελάχιστες αναφορές στους υπόλοιπους οπλαρχηγούς. Μιλάει για 12000 εχθρούς και 500 νεκρούς, πράγμα ιδιαίτερα απίθανο να συνέβη αφού κανένα από τα δύο νούμερα που παραθέτει δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Τέλος να αναφέρουμε ότι αν και αναφέρεται ως μία μάχη στην πραγματικότητα κάθε οπλαρχηγός έδινε στον τομέα ευθύνης του την δική του μάχη χωρίς κάποια ιδιαίτερη επικοινωνία με τους άλλους, σε αντίθεση με την οργανωμένη Αιγυπτιακή στρατιά που αποτελούσε ενιαίο σώμα.

ΠΗΓΕΣ

  1. Ιστορία των Ελλήνων τόμος 11ος  εκδόσεις Δομή
  2. Απομνημονεύματα Στρατηγού Μακρυγιάννη εκδόσεις τα Νέα.
  3. Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια (Κ – Μ). Αθήναι: Έκδοσης Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας
  4. Finlay, George. History of the Greek Revolution. Blackwood and Sons, 1861 (Harvard University)
  5. Διονύσιος Κόκκινος, Η ελληνική Επανάσταση τόμος V, εκδόσεις Μέλισσα

Η Μάχη Στο Μανιάκι

20/5/1825

(από την  παράδοση της Μάνης)

Ένα κείμενο που αξίζει αναδημοσίευσης είναι το παρακάτω του ακαδημαϊκού Σωκρ. Β. Κουγέα που στον πρόλογό του γράφει ότι:

«Εις την παιδικήν ηλικίαν μου έκαμεν εξαιρετικήν ευχαρίστησιν να συναναστρέφωμαι και να συνομιλώ με ηλικιωμένα πρόσωπα του οικογενειακού και του συγγενικού μας κύκλου, ανήκοντα εις την επαναστατικήν ή την πρώτην μεταεπαναστατικήν γενεάν και να ακούω τας αφηγήσεις των από προσωπικά ενθυμήματα ή ακούσματα. Ιδιαίτερο δε ενδιαφέρον είχαν δι’ εμέ αι σχετικοί προς τον Αγώνα διηγήσεις …». Παραθέτω το κείμενο:

Από το Μανιάκι

«Από την τραγωδίαν της μάχης του Μανιακίου η παράδοσις έχει διατηρήσει πολλά ανέκδοτα και μοιρολόγια, τόσον τον πρωταγωνιστού Παπαφλέσσα όσον και των συναγωνιστών του Κεφάλα, Παπαγιώργη και Βοϊδή Μαυρομιχάλη που συναπέθαναν ηρωικά στο Μανιάκι τον Μάιον του 1825. Από την γενέτειράν μου έχω ακούσει δια τον Μανιάτην Καπετάνιον Πιέρον Βοϊδήν Μαυρομιχάλην και τον γραμματικόν του την εξής παράδοσιν:

Όταν ο Παπαφλέσσας εστρατοπεύδευσε την 16 Μαΐου 1825 εις το Μανιάκι με σκοπόν να δώση εκεί την κατά του Ιμβραήμ αναμενόμενην μάχην, οι αφοσιωμένοι προς αυτόν συναγωνισταί και ο αδελφός του Νικήτας που ήσαν περισσότερον έμπειροι του πολέμου, είχαν διαφωνήσει με την απόφασίν του, θεωρούντες όλως ακατάλληλον και απρόσφορον την θέσιν δια την άμυνάν των.

Μεταξύ αυτών ήτο και ο οπλαρχηγός των Μανιατών Πιέρος Βοϊδής, όστις μετά δύο ημέρας, όταν είδαν ότι ο εχθρός είχε κινήσει εναντίον των, του επανέλαβεν εντονότερα την γνώμην περί απομακρύνσεως του στρατοπέδου από την επικίνδυνον εκείνην θέσιν.

Ο Παπαφλέσσας, συνηθισμένος να απορρίπτη κάθε εναντίαν προς την ιδικήν του γνώμην, άλλοτε επιτιμών και άλλοτε ειρωνευόμενος   τον   αντιλέγοντα,   είπεν   απευθυνόμενος προς τον Βοϊδήν: «Εκιότεψες, Μανιάτη;» και διέταξε να κατασκευασθούν αμέσως τα ταμπούρια. Την επομένην, όταν είδε τας φάλαγ­γας του Ιμβραήμ να πλησιάζουν προς το ελληνικόν στρατόπεδον, τότε (λέγει η παράδοσις αυτή) αντιληφθείς άφευκτον τον κίνδυνον της καταστροφής, τα εχρειάσθη και άρχισε να ομιλή περί αλλαγής θέσεως και συμπτύξεως του στρατοπέδου.

Αλλ’ ο Βοϊδής, του οποίου είχε θιγή το Μανιάτικο φιλότιμο από την δηκτικήν παρατήρησιν της προηγούμενης ημέρας, του απήντησεν: «Όχι, παπά παλληκαρά, εδώ θα μείνωμε! Πάμε γιαμά (λοιπόν) στα ταμπούρια μας και όποιος απομείνει ζωντανός, ας ακούη τα μοιρολόγια των γυναικώνε».

(διακρίνεται η κυανή – ερυθρή στολή του Αιγύπτιου στρατιώτη)

«Κατά την παράδοσιν των Δολών συνεκηραιεύων γραμματικός του Βοϊδή ήτο ένας Δολοιανός, Αντιβάσης το επώνυμον, από οικογένειαν λογίων, ευπόρων και φωτισμένων του τόπου. Αυτός, όταν εφάνη ότι η σύγκρουσις θα επήρχετο την επομένην πρωίαν, εκάλεσε το βράδυ τους ένδεκα συγχωριανούς τον Δολιανούς αγωνιστάς και τους συνεβούλευσε να φύγουν δια να σωθούν, διότι η παραμονή των θα είναι άσκοπος θυσία, αφού η συντριβή και ο όλεθρος του στρατοπέδου θα είναι αναπόφευκτος.

Και αυτός μεν λόγω της θέσεως του δεν μπορεί να εγκατάλειψη τον Καπετάνιο του και θα μείνη να συναποθάνη μαζί του. Αλλ’ εκείνοι πρέπει να φύγουν «για να μη κλείσουν τα σπίτια των», δηλαδή να μη καταστραφούν αι οικογένειαί των. Πράγματι δε οδοιπορούντες την νύκτα κατόρθωσαν να φθάσουν εις την παραλίαν, οπόθεν διεπεραιώθησαν μετά τινάς ημέρας εις την απέναντι πλευράν του Μεσσηνιακού κόλπου, όπου η Αβία, της οποίας το μικρόν υπό τον Σταυριανόν Καπετανάκην σώμα, είχεν επίσης εγκαταλείψει το Μανιάκι από την προηγούμενην ημέραν.

Οι διαφυγό­ντες Δολοιανοί επολέμησαν τον Ιμπραήμ μετά έν ακριβώς έτος νικηφόρως εις την Βέργαν του Αρμυρού, ένας δ’ εξ αυτών, ο Θανάσης Γυφτέας, έπεσεν εκεί μαχόμενος».

Πηγή: http://taygetos-zeritis.blogspot.gr