ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΙΕΡΑΚΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (1799 – 1821)

Στις δύσκολες ώρες που περνάει η πατρίδα μας απέναντι στην Τουρκική προκλητικότητα καλό είναι να παραδειγματιζόμαστε από πραγματικούς ήρωες νεαρής ηλικίας οι οποίοι πραγματικά δυναμικά και με ανιδιοτέλεια δεν υπολόγιζαν αριθμούς και πυροβόλα αλλά την ελευθερία και το δίκιο τους. Τους θυμόμαστε με τιμή. 

Ακολουθεί άρθρο του Δημητρίου Π. Μαριόλη
Δικηγόρου και Πτυχ. τμ. Ιστορίας και Εθνολογίας
Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Αδούλωτη Μάνη τεύχος 5ο 2013

Ένας από τους κλάδους της ιστορικής και μεγάλης οικογένειας  των Μαυρομιχαλαίων υπήρξε και αυτός του Πιέρου Μαυρομιχάλη από την Αρεόπολη, πρώτου εξαδέλφου του Πετρόμπεη. Ο πρωτότοκος γιός του Πιέρου, ο Κωνσταντίνος, ο επονομαζόμενος και με το πατρωνυμικό  Πιεράκος, ήταν ένας από τους αρχηγούς των Ελληνικών στρατευμάτων που κινήθηκαν εναντίον των Μεσσηνιακών Φρουρίων, αμέσως μετά την απελευθέρωση της τουρκοκρατούμενης Καλαμάτας, στις 23 Μαρτίου 1821.

Το Νιόκαστρο της Πύλου, Amand von Schweiger-Lerchenfeld (1846–1910),

Ο Κωνσταντίνος, επί κεφαλής αρχικά σώματος 120 Μανιατών περίπου, έφτασε στο Νεόκαστρο (Πύλο) στις 13 Απριλίου 1821, όπου οι Έλληνες, υπό την γενική αρχηγία του Επισκόπου Μεθώνης  Γρηγορίου, πολιορκούσαν στενά τα Μεσσηνιακά Φρούρια. Η στρατιωτική του δράση, κατά τους μήνες της πολιορκίας του Νεοκάστρου και της Μεθώνης, καθώς επίσης και οι επιθέσεις του κατά των διαφόρων Οθωμανικών θέσεων στη γύρω περιοχή, είχαν προκαλέσει τρόμο στα αντίπαλα στρατεύματα, ενώ παράλληλα ο ηρωϊκός αυτός  Μαυρομιχάλης είχε κερδίσει το σεβασμό των συναγωνιστών του, λόγω των ηγετικών  του προσόντων και της γενναιότητάς του.

Δυστυχώς η επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και η σημαντική οικογένεια του γενναίου αυτού αρχηγού, τον έχασαν αρκετά πρόωρα. Ο Κωνσταντίνος, σε ηλικία 22 ετών, έπεσε στις 8 Αυγούστου 1821 έξω από τα τείχη της Μεθώνης, κατά τη διάρκεια επίθεσής του εναντίον των αμυνομένων εκεί Τούρκων. Μόλις την προηγούμενη, δηλαδή στις 7 Αυγούστου 1821, ήταν ένας από τους αρχηγούς που μπήκαν στο Νεόκαστρο, όπου στο μεταξύ οι πολιορκούμενοι επί μήνες Τούρκοι είχαν συνθηκολογήσει.

Παρακάτω δημοσιεύουμε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους    μία αναφορά – επιστολή των αδελφών και κληρονόμων του, Νικολάου Πιεράκου και Ραλιώς συζ. Δημητρίου Πετροπουλάκη, προς το Υπουργείο Στρατιωτικών, με ημερομηνία 25 Αυγούστου 1858 και θέμα της την δικαίωση της μνήμης και των αγώνων του νεκρού αδελφού τους. Η επιστολή αυτή αποτελεί βασικά μία ακόμη συμβολή στη γνώση της πολεμικής δράσης του Κωνσταντίνου Πιεράκου Μαυρομιχάλη, παράλληλα όμως είναι και χαρακτηριστική, αναφορικά με τις αδικίες ή αμέλειες που διαπράττονταν ορισμένες φορές από τις κυβερνήσεις της ελεύθερης Ελλάδας, σε βάρος της ηθικής πρωτίστως αποκατάστασης των πεσόντων και των οικογενειών που άφηναν αυτοί πίσω τους.

Η δημοσιευόμενη αναφορά έχει ως εξής :

«Το πρώτον θύμα της Μαυρομιχαλικής οικογενείας, άμα ήρξατο ο Ιερός αγών υπήρξεν ο αυτάδελφος των υποφαινομένων Κωνσταντίνος Πιεράκος Μαυρομιχάλης αρχηγός των Λακωνικών όπλων κατά την πολιορκίαν των φρουρίων Νεόκαστρου και Μεθώνης. Ο ρηθείς καθ’ όλον το διάστημα της πολιορκίας ταύτης, ενώ συνέβησαν πολλαί και πεισματώδεις μάχαι, έχων την πρώτην θέσιν εμάχετο ηρωϊκώς δις πληγωθείς.

Ούτως οι εχθροί στενοχωρούμενοι καθ’ εκάστην αναγκάσθησαν να παραδώσωσιν το φρούριον του Νεοκάστρου την 7η του Αυγούστου του 1821 έτους. Αλλά την 8ην του αυτού οι εν Μεθώνη Οθωμανοί εξελθόντες εκ του φρουρίου αυτών πανστρατιά διευθύνθησαν προς το Νεόκαστρον, θέλοντες ινα εμποδίσωσι την παράδοση αυτού, και μετά των Νεοκαστριτών σκορπίσωσι τους Έλληνας και τας πολιορκίας διαλύσωσι. Τούτο μαθών ο ειρημένος αδελφός μας παρα τε του κ.κ. Ν. Πονηροπούλου και Αθ. Γρηγοριάδου (νυν Γερουσιαστού) ώρμησε πλήρης ενθουσιασμού μεθ’ ενός σώματος στρατιωτών κατά της Μεθώνης. Καθ’οδόν απήντησε τω όντι τον εχθρόν προχωρούντα. Και μάχην πεισματώδη συγκροτήσας οπισθοδρόμησεν αυτόν μέχρι του Προαστείου. Αλλά ενταύθα οι μεν Οθωμανοί βοηθούμενοι παρά του φρουρίου ανανέωσαν την μάχην, οι δε Έλληνες εις επικίνδυνον ευρισκόμενοι θέσιν, γενναίως αντέκρουσαν τον εχθρόν. Τότε ο ειρημένος αυτάδελφος ημών αρχηγός ορμήσας μετα τινων εκλεκτών, ώθησαν τον εχθρόν μέχρι πλησίον της πύλης του φρουρίου. Αλλ’ ενταύθα ηρωϊκώς αγωνιζόμενος, και εχθρικών αιμάτων περιρρεόμενος θανατηφόρον πληγήν λαβών, έπεσε, ως μη όφειλε, νεκρός ο γενναίος ούτος αδελφός μας, όστις δια του θανάτου του εζημίωσεν μεν την πατρίδα, κατέστρεψεν όμως διαφοροτρόπως την οικογένειάν του, αφού ήτο το στήριγμα αυτής ως πρωτότοκος υιός εις ηλικίαν 22 – 23 ετών.

Έκτοτε η Μακαρίτισα μήτηρ ημών και αυτού ανέφερε περι των εκδουλεύσεων και της θυσίας αυτού, ενώ και τα της εκστρατείας εκείνης και η διατήρηση των υπ’ αυτού Σωμάτων ήσαν εξ ιδίων του έξοδα, τα οποία κατεβάρυναν την οικογένειάν του, αλλ’ ουδεμία αμοιβή εδόθη, όπως εις άλλους της αυτής οικογενείας και λοιπούς ομοίως  θυσιασθέντας, ουδεμίαν λέγομεν αμοιβή, παρά την δια του Τύπου κατα τα παρελθόντα επευφημίαν, την δια του Στρατιωτικού Εφόρου δημοσιευθείσαν βιογραφίαν του, την υψωθείσαν στήλην εις τον τόπον του θανάτου του υπο των ευγνωμόνων κατοίκων, και την προσάρτησιν του ονόματός του εις το Βουλευτήριον, το οποίο προ ολίγων ετών κατεστράφη υπό πυρκαϊάς.    

 Αλλά πόση μεγίστη υπήρξεν η έκπληξίς μας πληροφορηθέντες ότι εντός των 143 ονομάτων των εν τω μητρώω αγωνιστών δεν υπάρχει το όνομα του αδελφού μας τούτου, και ότι δεν έχει καθήκον η επιτροπή, η προσδιορισθείσα να θέση εις τας τάξεις τους αποβιώσαντας ή πεσόντας εις τας μάχας αρχηγούς κατά σύγκρισιν με τους εις έτι ζώντας συναγωνιστάς των, να αποφανθή και περί εκείνων, όσοι δεν είναι περασμένοι εις το ρηθέν μητρώον. 

Ενώ το λέγομεν μετα θάρρους και τους πάντας προσκαλούμεν εις μαρτυρίαν εκ των κατοίκων των Νομών Λακωνίας και Μεσσηνίας και ιδίως την μαρτυρίαν των κ.κ. Αθ. Γρηγοριάδου Γερουσιαστού και Γ. Κοζάκη Τυπάλδου Εφόρου της Β. Βιβλιοθήκης, ότι ο διαληφθείς αυτάδελφός μας από της ημέρας καθ’ην εξερράγη η επανάστασις, μέχρι της ημέρας του θανάτου του, πλησίον των τειχών της Μεθώνης υπήρξε εις των ανδρειοτέρων αρχηγών και ως ήρως ήτο το παράδειγμα και ο θαυμασμός των συναγωνιστών του και όλων των πέριξ κατοίκων. Τοιούτου όντος του Κωνσταντίνου Πιεράκου Μαυρομιχάλη είναι δίκαιον να παραληφθή απο τε την ηθικήν και υλική τυχόν αμοιβήν ; Είναι δίκαιον αν η τότε επιτροπή δεν έλαβεν υπ’ όψιν τα έγγραφα, ή παρέπεσαν αυτά, ή δι’ άλλους της περιστάσεως εκείνης λόγους, παρέλειψε το όνομα αυτού, να γίνη ήδη τόση μεγάλη αδικία, προκειμένου να ανταμείψη το έθνος τους κληρονόμους των πεσόντων εις τας μάχας αγωνιστών ; 

Ως κληρονόμοι όθεν του πολυτίμου τούτου αλλ’ ατυχούς αυτάδελφού μας, έχοντες και την γνώμην των συγκληρονόμων αυτάδελφού μας Δ. Πιεράκου και αυταδέλφης μας Μαρίας χήρας Ι. Κουκή επικαλούμεθα δια της ταπεινής ταύτης αιτήσεώς μας δικαιοσύνην αδιαφιλονίκητον δια του σεβ. τούτου υπουργείου, όπως λάβη την τάξη και το όνομα τούτο εις ην ήθελεν ήδη ανήκει, ήτις είναι ως νομίζομεν η πρώτη.

Υποσημειούμεθα με το βαθύτατον σέβας.

   Ευπειθέστατοι

  Ν. Πιεράκος

 Ραλιώ Δ. Πετροπουλάκη»

I paradosi tou Neokastrou - by Hess.jpg

Η παράδοση του Νιόκαστρου υπήρξε επεισοδιακή λόγω της εκδίκησης που ζητούσαν οι στρατιώτες για τον θάνατο του Κ. Μαυρομιχάλη

Άλλοι δύο Μανιάτες αρχηγοί, που χάθηκαν και αυτοί τόσο  πρόωρα κατά την Επανάσταση, ήσαν οι Ηλίας Μαυρομιχάλης, πρωτότοκος γιος του Πετρόμπεη που έπεσε στα Στύρα Ευβοίας στις 12 Ιανουαρίου 1822, και Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, αδελφός του Πετρόμπεη, που έπεσε στη Σπλάντζα Ηπείρου στις 4 Ιουλίου 1822.

Κλείνοντας το μικρό αυτό αφιέρωμα, στην ιερή μνήμη του Μανιάτη νεκρού αρχηγού, να σημειώσουμε ότι η αδικία σε βάρος του επρόκειτο τελικά να αποκατασταθεί μερικά χρόνια αργότερα, όταν δηλαδή χαρακτηρίστηκε στα 1865 ως οπλαρχηγός δευτέρας τάξεως (Συνταγματάρχης), από την τότε εξεταστική επιτροπή των δικαιωμάτων των αγωνιστών του 1821.

Πηγές – Βιβλιογραφία

– Κων. Λ. Κοτσώνη «Κωνσταντίνος Π. Μαυρομιχάλης», Λακ. Σπουδαί, τ. 10 (1990), σελ. 259 – 275.

– Παναγιώτη Ρόδιου «Κωνσταντίνος Πιεράκος Μαυρομιχάλης», εκ του περιοδικού «Έφορος Στρατιωτικός» εν Ναυπλίω 1835, σελ. 100 – 107, αναδημ. υπό Δ. Βαγιακάκου, Λακ. Σπουδαί, τ.17 (2004), σελ. 343 – 347.

– Σταύρου Γ. Καπετανάκη «Μανιάτες Αγωνιστές του 1821», (εκδ. 2005 – Καλαμάτα), σελ. 222.

– Γ.Α.Κ., Προικοδοτήσεις Φαλαγγιτών, Φ.112.

 

Ο Πετρόμπεης ζητά να ενισχύσει το Μεσολόγγι

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ήδη από τις αρχές του αγώνα του 1821 είχε αντιληφθεί την στρατηγική σημασία της τοποθεσίας της πόλεως του Μεσολογγίου. Για τον λόγο αυτό ζητούσε πάντα την ενίσχυση του φρουρίου του Μεσολογγίου με τροφές και μπαρουτόβολα προκειμένου να αντέχει μακρά πολιορκία. Τούτο απέδωσε καρπούς κατά την πρώτη πολιορκία της πόλης το 1822. Η άφιξη του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και η καταστροφικές συνέπειες των εμφυλίων πολέμων αναζωπύρωσαν την σκέψη του Πετρόμπεη για το Μεσολόγγι καθώς οι φόβοι του για δεύτερη πολιορκία ήταν βάσιμοι. Στο έγγραφο που δημοσιεύουμε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ζητά να ενισχυθεί η φρουρά του Μεσολογγίου ακόμα και από τον ίδιο αν χρειαστεί καθώς ο φόβος κατάρρευσης της Δυτικής Ρούμελης ήταν ολοφάνερος. (Πράγμα που έγινε με την λήξη της πολιορκίας στις 10 Απριλίου του 1826). Χαρακτηριστικό είναι ότι η Β’ πολιορκία του Μεσολογγίου ξεκινά επισήμως στις 25 Δεκεμβρίου του 1825 ενώ η επιστολή του Πετρόμπεη προς την Διοίκηση είναι μόλις ένα μήνα πριν, τον Νοέμβριο.

«Ο προς την φίλην πατρίδα μας ένθερμος ζήλος μου με αναγκάζει και παρακινεί ν’ αναφέρω προς την Σεβ. Διοίκησιν, ότι εγώ μετά πάσης χαράς και ευχαριστήσεως είμαι έτοιμος εις το να αποφασίση να απεράσω διά το Μεσολόγγιον με όσα στρατεύματα η Σ. Διοίκησις εγκρίνει αναγκαία διά την ασφάλειάν του. Όσον διά τον εαυτόν μου διά εκατό σωματοφύλακας οίτινες με αναγκαιούν να πάρω, η Σ. Διοίκησις δι’ αυτούς μένει αφρόντιστη, καθ’ ότι και εξ ιδίων μου θέλει οικονομήσω, βλέπων την υστέρησιν του εθνικού ταμείου και τον επαπειλούμενον κίνδυνον του Μεσολογγίου. Όθεν και η Σ. Διοίκησις ας διορίση όσα στρατεύματα περισσότερα αναγκαιούσιν να απεράσωμεν διά των πλοίων όσον τάχος να προφθάσωμεν το Μεσολόγγιον. Όθεν και ανυπομόνως περιμένω την απόφασίν της και τας αναγκαίας διαταγάς. Εν τοσούτω και μένω ευσεβάστως.
Τη 10: Νοεμβρίου: 1825

Εν Ναυπλίω                                                                       Ο πρόθυμος πατριώτης
                                                                                                         Π. Μαυρομιχάλης»

 

ΠΗΓΕΣ

  1. ΓΑΚ, Συλλ. Βλαχ. Α’, Εκτ., φάκ. 16, έγγρ. 084
  2. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΩΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
  3. http://www.sansimera.gr/articles/243

Ιωάννης Στρατάκος (οπλαρχηγός)

Αξιωματικός  της Φάλαγγας

Η Χιμάρα της Μάνης βρίσκεται μεταξύ των οικισμών Πυρρίχου και Λουκάδικων, στην περιοχή που κατά τον 19ο αιώνα ονομαζόταν επαρχία Κολοκυνθίου. Ο οικισμός αυτός ανέδειξε κατά την Επανάσταση του 1821 μία σημαντική προσωπικότητα, με δράση στρατιωτική κυρίως, που πλαισίωσε γνωστούς Μανιάτες οπλαρχηγούς. Ο αγωνιστής αυτός ήταν ο Ιωάννης Στρατάκος, ένας ακόμη από τους Μανιάτες εκείνους που δεν πρέπει να ξεχαστούν.

Ο Στρατάκος, σύμφωνα με τους τηρούμενους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) επίσημους ονομαστικούς καταλόγους του Υπουργείου Στρατιωτικών   (περίοδος 1840 – 1841),  είχε γεννηθεί το έτος 1790 και είχε νυμφευθεί την Μαρία Νικολάκου στις 6 Οκτωβρίου 1819. Από την ίδια πηγή φέρεται εκείνη την εποχή ως πατέρας έξι παιδιών.

Σχετικά με τη δράση του κατά την Επανάσταση, γνωρίζουμε ότι μετά από πρόταση του Εκτελεστικού Σώματος πήρε στις 11 Ιουνίου του 1823 το βαθμό του χιλιάρχου, μαζί με τους συναγωνιστές του Μαυροειδή Μαντζάκο, Βασίλειο Πολιτάκο, Ιωάννη Γιαννουλέα, Δημήτριο Πουλικάκο και άλλους. Η συμμετοχή του στις επαναστατικές επιχειρήσεις μέχρι το έτος 1825 περιγράφεται συνοπτικά από μία αναφορά του ίδιου προς το Υπουργείο των Πολεμικών, την οποία υπέβαλε τον Οκτώβριο του 1825, προσκομίζοντας ταυτόχρονα και δύο πιστοποιητικά του Πετρόμπεη και Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, τους οποίους ακολουθούσε ως αξιωματικός τους στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων.

Το έτος 1821 λοιπόν, πολεμώντας πάντα υπό την οδηγία των Μαυρομιχαλαίων, έλαβε μέρος στις πολιορκίες Ναυπλίου, Τριπολιτσάς, Κορίνθου και Πατρών, ενώ δεν έλειψε και από επιχειρήσεις εκτός Πελοποννήσου, ευρισκόμενος στα Μεγάλα Στενά του Ισθμού, στα Γεράνεια Όρη και στη Λιβαδειά. Το επόμενο έτος, δηλαδή το 1822, πολέμησε στο Άργος κατά του Δράμαλη, ενώ περί τα τέλη του έτους αυτού έλαβε μέρος και σε εκστρατεία Μανιατών υπό τον Πετρόμπεη με σκοπό την ενίσχυση του πολιορκούμενου από τους Οθωμανούς Μεσολογγίου και τη λύση της πολιορκίας του.

Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, αδελφός του Πετρόμπεη, πιστοποιεί για τον Ι. Στρατάκο στις 20 Ιανουαρίου 1824 τα εξής :

«Δηλοποιώ διά του παρόντος ότι ο καπετάν Ιωάννης Στρατάκος, δεν έλειψεν απ’ αρχής του Ιερού τούτου αγώνος να παρασταθεί εις διαφόρους της πατρίδος ανάγκες κάμνων το προς αυτήν χρεός του πότε με πεντήκοντα στρατιώτας πότε δε με τριάκοντα μέχρι των δεκαπέντε, καθώς και ήδη εσχάτως διέτριψε υπό την οδηγίαν μου μήνας επτά χωρίς να λάβη οβολόν διά τον εαυτόν του εις όλον αυτό το διάστημα,  εκτός των στρατιωτών του οίτινες επληρώθησαν. Διό και του δίδεται το παρόν  μου διά να του χρησιμεύση όθεν ανήκει και διά να λάβη την ανήκουσαν αμοιβήν.  

    Τη 20 Ιανουαρίου 1824, Εν Καλαμάτα
                            Ο Πατριώτης Κων. Μαυρομιχάλης»

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης επίσης σε πιστοποιητικό του, που φέρει ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1825, βεβαιώνει για τον Καπετάν Γιάννη Στρατάκο ότι αγωνίσθηκε υπό την οδηγία του σε πολλές εκστρατείες, φερόμενος «μετά προθυμίας, ανδρείας και πίστεως» και ότι υπήρξε γνήσιος πατριώτης με γενναίες εκδουλεύσεις έως εκείνη την εποχή.

Μετά την απελευθέρωση, κατά την περίοδο του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια (1828 – 1831), ο Στρατάκος εξακολούθησε ως παλαιός οπλαρχηγός να ασκεί επιρροή στην περιοχή του. Έτσι, στις 24 Ιουλίου του 1830 συνυπέγραψε μαζί με άλλους προκρίτους και οπλαρχηγούς της Ανατολικής και Δυτικής Μάνης επιστολή στήριξης και αφοσίωσης προς τον απεσταλμένο του Κυβερνήτη στο Γύθειο Α. Μεταξά, ενώ την ίδια εποχή προτάθηκε από τον Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου ως ικανός να αναλάβει την θέση του Δημογέροντα του τμήματος Κολοκυνθίου Ανατολικής Μάνης, μισθοδοτούμενος με 60 φοίνικες ανά μήνα.

Κατά τα μετέπειτα χρόνια της Οθωνικής περιόδου, ο αγωνιστής αυτός, όπως και αρκετοί άλλοι Μανιάτες παλαίμαχοι αγωνιστές του 1821, ονομάστηκε τιμητικά αξιωματικός της Σπαρτιάτικης Φάλαγγας και πήρε το Νοέμβριο του 1837 το βαθμό του Λοχαγού. Περαιτέρω το έτος 1839 τέθηκε σε ενεργητική υπηρεσία με το βαθμό του Λοχαγού – Σημαιοφόρου στην 4η Τετραρχία της Φάλαγγας, υπηρετώντας αρχικά υπό τον Ταγματάρχη Δ. Πετροπουλάκη στο απόσπασμα Γυθείου και κατόπιν ο ίδιος ως αποσπασματάρχης στην Αρεόπολη, από όπου και αποστρατεύθηκε τον Ιούλιο του 1843, ως προικοδοτημένος Λοχαγός. Γνωρίζουμε ότι κατά την περίοδο της ενεργητικής του υπηρεσίας (1839 – 1843) ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την καταδίωξη ληστών, γεγονός που καταδεικνύει το ότι, παρά το ώριμο της ηλικίας του για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, παρέμενε ένας μάχιμος αξιωματικός.

Ακριβή χρόνο θανάτου του Ιωάννη Στρατάκου δεν γνωρίζουμε. Το γεγονός ωστόσο ότι οι άμεσοι κληρονόμοι του, δηλαδή τα παιδιά του, ζήτησαν στις 30 Απριλίου 1857 άδεια ώστε να αξιοποιήσουν με πώληση το φαλαγγίτικο γραμμάτιο του ήδη θανόντα πατέρα τους, αξίας 5.400 δραχμών (ποσό σημαντικό για την εποχή εκείνη), μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο θάνατός του δεν πρέπει να απείχε πολύ από την ημερομηνία εκείνη. Οι κληρονόμοι του αγωνιστή, προκειμένου να λάβουν τη σχετική άδεια εκποίησης του γραμματίου του πατέρα τους, προσκόμισαν λίγο αργότερα στον Έπαρχο Γυθείου το από 24 Ιουνίου 1857 πιστοποιητικό του τότε Δημάρχου Κολοκυνθίου Β. Τραφαλή, απόσπασμα του οποίου έχει ως εξής:

«Ο Δήμαρχος Κολοκυνθίου πιστοποιεί ότι οι δημότες και κάτοικοι του χωρίου Χειμάρας Φώτιος Στρατογιαννάκος ετών 28, Ευστράτιος Στρατογιαννάκος ετών 26, Πέτρος Στρατογιαννάκος ετών 22 και Αγγέλω Στρατογιαννίτσα ετών 30 εκ του χωρίου Σκάλα του Δήμου Τρινάσου, είναι τέκνα και κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός των Ιωάννου Στρατάκου λοχαγού της Β. Φάλαγγας ..»   

Στο έγγραφο αυτό, για λογαριασμό των παιδιών του, εκτός του Φώτη, υπογράφει ο συγχωριανός τους Γουλάκος, ο οποίος πιθανόν ανήκει στην ίδια πατριά με τον Στρατάκο (Χασανιάνοι).

Στο πέρασμα του χρόνου, όταν ιστορική μνήμη και παράδοση αδυνατίζουν, εμείς οφείλουμε έναν ελάχιστο φόρο τιμής προς όλους εκείνους τους λησμονημένους ήρωες, που αγωνίστηκαν για ιδανικά, τα οποία σήμερα θεωρούμε ως αυτονόητα και δεδομένα.

Η υπογραφή του καπετάν Γιάννη Στρατάκου ως λοχαγού της φάλαγγας

ΠΗΓΕΣ

  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας.
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους: Αρχεία Υπουργείου Πολέμου (έτους 1825), Υπουργείου Στρατιωτικών (ετών 1837 – 1841) και Προικοδοτήσεων Φαλαγγιτών (ετών 1843 και 1857).
  • Περ. «Λακωνικαί Σπουδαί».
  • Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης τόμος Β Κ. Κάσση