Ο αγωνιστής του 1821 Δημήτριος Κατσουλάκος

Φαλαγγίτης

 

Αγώνες όπως η Ελληνική επανάσταση του 1821, οφείλουν την υλοποίηση και επιτυχία τους σε μια πληθώρα άγνωστων ηρώων και όχι σε λίγες γνωστές και δημοφιλείς προσωπικότητες. Ανάμεσα σε αυτούς τους αφανείς ήρωες της ελληνικής επανάστασης ήταν και ο αγωνιστής Δημήτριος Κατσουλάκος.

 

Τα χρόνια πριν την επανάσταση

            Λίγα πράγματα γνωρίζουμε με βεβαιότητα για την ζωή του αγωνιστή πριν το 1821. Εκείνο που ξέουμε είναι πως γεννήθηκε το 1801 στον Κότρωνα την μέσα ανατολικής Μάνης και ανήκε στην πατριά των Σεβαστιάνων. Η πατριά αυτή θεωρείται σύμφωνα με την λαϊκή τοπική παράδοση ως η παλαιότερη του χωριού Κότρωνα. Τούτο δεν είναι απίθανο καθώς το όνομα «Σεβαστός» ανταποκρίνεται σε βυζαντινό τίτλο. Οι Σεβαστιάνοι στην μανιάτικη κοσμοθεωρία – κοινωνική τάξη θεωρούνταν σοϊλήδες (από υψηλή γενιά). Το παρωνύμιο «Κατζούλης» είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Μάνη και σημαίνει τον βραχύσωμο άνδρα (εκ της λέξεως cattus). Γνωρίζουμε επίσης ότι ήταν εγγράμματος (πράγμα σπουδαίο για την εποχή), καθώς έχει διασωθεί η υπογραφή του.

Τα χρόνια της Επανάστασης

            Με την έκρηξη της επανάστασης ο Δημήτρης Κατσουλάκος, όπως πολλοί άλλοι Μανιάτες, έλαβε τα όπλα κατά των Τούρκων. Το φιλοπόλεμο υπόβαθρο της περιοχής στην οποία μεγάλωσε ενέτεινε τις προσπάθειες του. Γρήγορα εξελίχθηκε σε οπλαρχηγό, όπως μαρτυρούν έγγραφα της εποχής, «μετά και άλλων οπλαρχηγών», ή αλλού «με όσους στρατιώτες εδυνήθη».  Μάλιστα αναφέρεται με το όνομα Κατζουλάκος ή Κατζουλάκης σύμφωνα με την τοπική διάλεκτο.

            Τα πρώτα χρόνια της επανάστασης υπηρέτησε υπό τις διαταγές του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και έμεινε στο πλευρό του «έως τας τελευταίας ώρας του». Πολέμησε μαζί του στο Βαλτέτσι (12 – 13 Μαΐου 1821), όπου οι Τούρκοι κατατροπώθηκαν. Έπειτα συμμετείχε στην πολιορκία και άλωση της Τρίπολης (23 Σεπτεμβρίου 1821). Σε αυτήν την επιχείρηση σκοτώθηκε ο θείος του. Ακολούθως συμμετείχε στο εκστρατευτικό σώμα του Κ. Μαυρομιχάλη στην Ήπειρο προκειμένου να ανακουφίσει τους Σουλιώτες. Μετά την μάχη στο Φανάρι της Σπλάντζας όπου σκοτώθηκε ο Κ. Μαυρομιχάλης, ο Δημήτρης Κατσουλάκος επέστρεψε στην Λακωνία. Δεν γνωρίζουμε πληροφορίες για την δράση του μεταξύ 1823 και 1824. Έλαβε όμως δυναμικά μέρος στην αναχαίτιση των δυνάμεων του Ιμπραήμ που προσπάθησαν να εισβάλουν στην Μάνη το 1826.

Το σχετικό έγγραφο αναφέρει:

«Οἱ κάτωθι ὑποφαινόμενοι κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Μαραθωνησίου πίστιν βεβαίαν βεβαιοῦμεν ὅτι ὁ συμπολίτης μας κ. Δημήτριος Κατζούλης ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, λαβὼν τὰ ὅπλα κατὰ τῶν ἐχθρῶν, δὲν ἔλειψεν ἀφ’ ὅλας τὰς κατὰ τὴν Πελοπόννησον ἐκστρατείας μὲ ὅσους στρατιώτας ἐδυνήθη ὁμοῦ μετὰ τοῦ Γενναιοτάτου Καπετὰν Κυριακούλη Μαυρομιχάλη ἕως τὰς τελευταίας ὥρας του. Καὶ προσέτι μάλιστα εἰς τὰς κατὰ τὴν Σπάρτην23 εἰσδρομὰς καὶ ἀποβάσεις τοῦ Ἰβραΐμη, ὅπου εἰς ὅλον ὁμοῦ τὸ διάστημα τοῦτο ἐφύλαξεν ἀκριβῶς τὰ χρέη του συναγωνισθεὶς ὑπὲρ τῆς κοινῆς ἐλευθερίας. Μάλιστα εἶναι φανερὸν ὅτι εἰς τὸ ρεσάλτο24 τῆς Τρομπολιτζᾶς25 ἐφονεύθη καὶ ὁ θεῖος του».

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, μετά την φυγή και καταδίωξη των τούρκων της Λακεδαίμονος, ο Δημήτρης Κατσουλάκος εγκαταστάθηκε κοντά στο χωριό Ξηροκάμπι, σε περιοχή που ονομάστηκε Κατσουλαίικα από το όνομα του. Σε έγγραφο του 1825 από τον οπλαρχηγό Νικόλαο Γιατράκο προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη αναφέρεται ότι οι Τούρκοι ιππείς, λεγόμενοι ατλίδες έκαψαν τα χωριάτης περιοχής μεταξύ αυτών και τα Κατσουλαίικα. Στην απογραφή του Μαιζόν το 1829 αναφέρονται 6 οικογένειες με 21 κατοίκους.

17357318_265333267255962_1955482261_o

η σπάθη του αγωνιστή (χορηγία φωτογραφίας από το αρχείο της οικογένειας Κατσουλάκου)

Μετά την επανάσταση 

Το φιλοπόλεμο πνεύμα των Μανιατών ήρθε σε πλήρη αντιπαράθεση με την δημιουργία ενός σύγχρονου ελληνικού κράτους. Στην επίθεση των Μαυρομιχαλαίων εναντίον των Καποδιστριακών δυνάμεων στο Γύθειο το 1831 ο Δημήτρης Κατσουλάκος  (κάτοικος Μαυροβουνίου) λοχίας εν υπηρεσία υπερασπίστηκε την πόλη με επιτυχία. Στις 9/7/1832 ο υποφαινόμενος συμμετείχε στην εκλογή πληρεξουσίου της περιοχής του Γυθείου για να τους εκπροσωπήσει στην εθνική συνέλευση. Την 1η Δεκεμβρίου 1836 ο υπαξιωματικός του στρατού τότε Δημήτρης Κατσουλάκος λαμβάνει τιμητικά το χάλκινο αριστείο αγώνος της ελληνικής επανάστασης. Οι διακρίσεις ωστόσο για τον ίδιο δεν σταμάτησαν εκεί. Την 1η Νοεμβρίου του 1837 αναγνωρίζεται ως ανθυπολοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας. σώμα επίλεκτο και τιμητικό.

Το 1844 έγινε προσπάθεια να γίνουν οι πρώτες οργανωμένες εκλογές του ελληνικού κράτους. Αυτό δεν επετεύχθη απόλυτα καθώς οι αντιμαχόμενες οικογένειες σε κάθε επαρχία διεκδικούσαν με βία την εξουσία. Στην ανατολική Μάνη σημειώθηκαν ταραχές. Το 1845 ο Δημήτρης Πετροπουλάκης στασίασε κατά της Κυβέρνησης την οποία θεωρούσε άνομη και κατέλαβε το κάστρο της Μπαρδούνιας. Οι κυβερνητικές δυνάμεις τελικώς επικράτησαν και οι στασιαστές παραδόθηκαν. Μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και ο Δημήτρης Κατσουλάκος.

            Περί το 1850 ο Δ. Κατσουλάκος επέστρεψε στα Κατσουλαίικα και παντρεύτηκε την Μαρίτσα Λάσκαρη από την Κουμουστά. Απέκτησε 5 παιδιά τρεις γιους (Γεράσιμο, Θεόδωρο, Ηλία) και δύο κόρες. Το 1872 είναι πια εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους του δήμου Φάριδος. Απεβίωσε στα Κατσουλαίικα περί τα 1890. Το μοιρολόι του, έχει σωθεί και το πε η αδερφή του

«Δημήτρη μου καλέ μου αδερφέ

άξιε μου αξιωματικέ

και φαλαγγίτη ξακουστέ

Μανιάτης στα μανιάτικα

πολίτης στα πολιτικά

χωριάτης στα χωριάτικα»

Untitled

η υπογραφή του αγωνιστή

Πηγές

  1. Δ. Θ. Κατσουλάκου «ο Αγωνιστής της επανάστασης Δημήτρης Κατσουλάκος» Λακωνικαί Σπουδαί τ. 21ος , Αθήνα 2015 – 2016
  2. Δ. Θ. Κατσουλάκου «Η νότια κοίλη Λακεδαίμων και τα μοιρολόγια της» εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2002
  3. Προσωπικό Αρχείο Εγγράφων Δ. Θ. Κατσουλάκου
  4. Κ. Κάσση «Μοιρολόγια της μέσα Μάνης» τ. Β Αθήνα 1980
  5. Στ. Καπετανάκη «Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες αγωνιστές», εκδ. Αδούλωτη Μάνη 2008
  6. Γ.Α.Κ Μοναστηριακά φακ. 441 σ.972
  7. Δ. Βαγιακάκου «Ιστορικό Λεξικό Ελληνικών Επωνύμων», τ. 2ος , εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 2016

θερμές ευχαριστίες στον απόγονο του αγωνιστή και συνώνυμο του Δημήτρη Κατσουλάκο για την παροχή εγγράφων.

 

 

Μαρτυρίες για το Δρύ και την Κέρια της Μέσα Μάνης

ο Άγιος Ιωάννης της Κέριας με εντοιχισμένες αρχαίες επιτύμβιες πλάκες

Ερευνώντας κανείς τις πηγές και τις μαρτυρίες για το απώτερο παρελθόν, είναι λογικό να διαπιστώνει ότι αυτές σπανίζουν κατά την αναδρομή σε βάθος χρόνου και στο πέρασμα των αιώνων. Για μία περιοχή μάλιστα όπως τη Μέσα Μάνη, γη απρόσιτη και ανυπότακτη επί Τουρκοκρατίας, τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο. Αυτή ωστόσο  η ιδιαιτερότητα του τόπου, με το ακλόνητο φρόνημα ελευθερίας των κατοίκων του, υπήρξαν και οι παράγοντες που άνθρωποι ξένοι,  περιηγητές συνήθως αλλά και αξιωματούχοι, επισκέπτονταν τον τόπο    και κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους.

Το Δρύ και η Κέρια στο Κατωπάγγι (που ανήκουν σήμερα στην κοινότητα του Κούνου), είναι από τους οικισμούς εκείνους που από παλιά προσέλκυσαν τέτοιου είδους ενδιαφέρον. Η αρχαιότερη γνωστή σε εμάς μαρτυρία για τα δύο χωριά προέρχεται από τον Ιταλό έμπορο και περιηγητή Κυριάκο Αγκωνίτη (Ciriaco d’ Ancona 1391 –1452), που τα επισκέφθηκε στα μέσα Οκτωβρίου του 1447 για να εξερευνήσει τις αρχαιότητες του τόπου.

Ciriaco d'Ancona di Benozzo Gozzoli.jpg

Ο Κυριακός Αγκωνίτης (Ciriaco di Ancona) 13911452

          Ο περιηγητής, έχοντας προηγουμένως συναντήσει στο Οίτυλο τον τοπικό διοικητή Ιωάννη Παλαιολόγο, που εκπροσωπούσε τον τότε δεσπότη του Μυστρά (και έπειτα Βυζαντινό αυτοκράτορα) Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, κατέπλευσε με πλοιάριο στο Δρύ συνοδευόμενος από τον καπετάνιο του πλοίου Ιωάννη Ροζέα, ο οποίος καταγόταν από το χωριό αυτό. Το Δρύ (δρυς, περιοχή με βελανιδιές) και τα γύρω χωριά του, περιγράφονται ως πλούσια σε ελαιώνες και σε αμπέλια. Στο σωζόμενο ημερολόγιό του, ο Κυριάκος Αγκωνίτης γράφει για τα παραπάνω στα λατινικά : “..Exinde eadem scapha et eodem ductitante scapharcho Rossea secus eiusdem promuntorii littora navigantes, ad villam Dryeam et eiusdem nautae Lares venimus, ubi per diem morantes plerasque alias lata in planicie villas inspeximus cultis agris vinetisque et oliveis arboribus uberes ..”. Την επόμενη μέρα ο περιηγητής συνοδευόμενος από τον ίδιο Ι. Ροζέα, που προφανώς είχε επιρροή στην περιοχή, επισκέφθηκε το διπλανό χωριό Κέρια και είδε τον εκεί βυζαντινό ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ηλικίας τότε 200 ετών περίπου. Σχεδίασε μάλιστα το εντοιχισμένο στη δυτική όψη του ναού αρχαίο επιτύμβιο γλυπτό και κατέγραψε τα ονόματα των τιμώμενων σε αυτό τεσσάρων αρχαίων Ελλήνων, γράφοντας επί του σχεδίου του στα ελληνικά : Ες Καιρίαν χωρίον προς Ταίναρον ες Πρόδρομον. ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΔΑΣ ΓΟΡΓΙΔΑΣ ΩΦΕΛΙΑ ΝΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΕ”.

Με βάση τα παραπάνω σημειώνουμε ότι πράγματι, ο σωστός ορθογραφικός τύπος του οικισμού, όπως αποδίδεται ήδη από την βυζαντινή εποχή, είναι “Καίρια” (ως καίρια θέση) και όχι ο εσφαλμένος “Κέρια”, που  επικράτησε να γράφεται στην εποχή μας και για αυτό το λόγο θεωρούμε ότι θα πρέπει να διορθωθεί.

Κατά τον επόμενο αιώνα, στη δίνη του τότε Δ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου,  επισκέφθηκε το Φεβρουάριο του 1571 το Δρύ, τον Κούνο και άλλα χωριά της Μέσα Μάνης ο Βενετός αξιωματούχος Φαβιανός Barbo αναζητώντας συμμάχους. Ο Barbo με τη συνοδεία του, κατέπλευσε σε ορμίσκο νοτίως του χωριού, έτυχε καλής υποδοχής των κατοίκων και συνάντησε τον πρόκριτο τους Γεώργιο Γερακάρη Κοντόσταυλο, πράγμα που κατέγραψε σε αναφορά του προς τη Βενετική διοίκηση ως εξής (το κείμενο σε μετάφραση) : “.. Εις αυτόν δε τον τόπον, πριν αποβιβασθώμεν, προεβλήθη αντίστασις διά πυκνού λιθοβολισμού εκ μέρους Μανιατών τινών ευρισκομένων επί των βράχων, αλλ’ όμως, αφού υποδηλώσαμεν μακρόθεν την χριστιανική μας ιδιότητα δια σημείων του σταυρού, καθησύχασαν και ήλθον προς ημάς πλησίον της ακτής .. Ότε  ηννόησαν ότι εκομίζομεν επιστολάς του Γαληνοτάτου Πρίγκιπος απευθυνομένας προς αυτούς, ησθάνθησαν μεγάλην αγαλλίασιν και αμέσως έστειλαν μήνυμα εις παρακείμενον χωρίον καλούμενον Δρυ, υπό των ανδρών του οποίου, ωπλισμένων διά σπάθης, τόξου και ασπίδος, ωδηγήθημεν εις αυτό. Ενταύθα, υπό των γυναικών των εστρώθη η τράπεζα δια το γεύμα επί ταπήτων κατά γης, επί των οποίων παρετέθη γενναία ποσότης εδεσμάτων, συμφώνως προς το έθος αυτών της Τυρινής Απόκρεω .. κατηυθύνθημεν πεζή εις έτερον χωρίον καλούμενον Κούνος, ένθα μας υπεδέχθη ευγενώς εις την οικίαν του κύριος τις ονόματι Γεώργιος Γερακάρης, όστις τυγχάνει προύχων του τόπου..”.

Το Δρύ επίσης μνημονεύεται εν έτει 1618 σε γαλλικό κείμενο ως έδρα των Κοντοστάβλων με δύναμη 85 πολεμιστών (Dri de Condestauli).

Πολλές δεκαετίες μετά και από αυτά, ο Νοτάριος (συμβολαιογράφος) Ζακύνθου Β. Μπονσινιόρ σε εξώδικη δήλωση για τους Δρυάτες Βασίλη και Σκάλκο Νίκλο, που είχαν καταγγελθεί για κλοπή εμπορευμάτων από τον Γαμπριέλ Γιαννή που τους ζητούσε αποζημίωση, έγραψε τα παρακάτω στο τότε γλωσσικό ιδίωμα της Ζακύνθου: “1670 Αυγούστου 3 εις τον Αιγιαλόν της Ζακύνθου ενεφανίστη παρών σωματικώς ο σινιορ Γαμπριέλ Γιαννής, ο οποίος ινστάρει (ζητάει) να γράψω εγώ ο νοτάριος ως κάτωθεν. Επειδή και καιρόν απερασμένον ναν τόνε σβαλεγκιάραν (έκλεψαν) εις την Μάνην εις το Δρυ εις τον Άγιον Σώστη (τοπωνύμιο στο ακρωτήριο Θυρίδες), δια το οποίο κριτηνίρισε (κατηγόρησε) τον κυρ Βασίλη Νίκλο από τον άνωθεν τόπο και διατί δεν είχε πρόβα (στοιχεία) να δείξει το πώς ο αυτός Νίκλος να ήταν ρέος (υπαίτιος) να φτάση εις το άνωθεν δελίττο (αδίκημα), η δικαιοσύνη των ελιμπεράρισε. Λοιπόν θέλοντας να κάμη το ίδιο προγρεδιμέντο (προώθηση καταγγελίας) και εις εναντίον του παρόντος κυρ Σκαλκός Νίκλου του άνωθεν Βασίλη και επειδή να μην έχη και για δαύτονε πρόβα (ανάγκη απόδειξης), δεν πρετεντέρει (ισχυρίζεται) άλλο τίποτις, μόνον όποτε τω καιρω ήθελε περ φορτούνα προβαριστή με αξιόπιστους μάρτυρας ντεζιτερέδει (επιθυμεί) το πως οι άνωθεν Σκάλκος και Βασίλης ο πατήρ του να ήτανε και αυτοί κονπαρτέτζιποι και ρέοι (υπαίτιοι) εις το άνωθεν ντελίττο να είναι σοττοπόστοι (υποχρεωμένοι) με τα καλά των σωματικώς να σοτισφάρη (ικανοποιήσουν) τον αυτόν σ. Γιαννήν εισέ ό,τι με την εσποζιτζιόν των οπού έδωσε διαλαμβάνει και εισέ κάθε σπέσσα (έξοδα), ντάννα (ζημία) και ιντερέσσα (τόκο). Και ούτως εποίησαν εις μαρτυρίαν,

Μιχάλης Νίκλος μαρτυρώ τα άνωθε

J.Gabriel Zadin afermo (επιβεβαιώνω).

Το παραπάνω νομικό έγγραφο, εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνει για τον παλαιότερο τύπο επιθέτου (Νίκλος – Νικλιάνος) που σήμερα δεν διατηρείται στο χωριό λόγω της μακροχρόνιας εξέλιξης και αυτονόμησης των  γενεών,  παράλληλα τεκμηριώνει και τις εμπορικές σχέσεις της περιοχής με την Ζάκυνθο και τα ιταλικά λιμάνια κατά την πρώτη τουρκοκρατία (έως τα τέλη δηλαδή του 17ου αιώνα).

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι το νοερό ταξίδι μας στο παρελθόν, σε εποχές με έντονο βυζαντινό και αρχαίο απόηχο, δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται με το μικρό αυτό αφιέρωμα. Για έναν τόπο και για τους ανθρώπους, που με τις θυσίες τους κράτησαν το φρόνημα της ελευθερίας και της πατρίδας ψηλά, σε εποχές πολύ δυσκολότερες από αυτήν που σήμερα ζούμε.

thumbnail_Κυριάκος Σχέδιο

Σχέδιο του Κυριάκου Αγκωνίτη από επιτύμβια στήλη στην Κέρια

ΠΗΓΕΣ

  1.  Bodnar, «Curiac of Ancona Later Travels», Harvard University Press (2003)
  2. Κων. Ντόκου, «Επαναστατικές κινήσεις στη Μάνη», Λακ. Σπουδαί, τόμος Α΄ (1972)
  3. Δικαίου Βαγιακάκου “Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας Ελ. Δικαίου” της Ακαδημίας Αθηνών, τόμος  5.
  4. Σωκράτη Κουγέα “Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας και ο Ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης”, Βιβλιοθήκη ΓΑΚ (2012)
  5. προσωπικό αρχείο Δημήτρη Μαριόλη νομικού – ιστορικού
  6. http://cultureportal.uop.gr
  7. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Μανιάτες Και Μαλτέζοι Πειρατές

Οι επεκτατικές διαθέσεις των Οθωμανών τόσο στην στεριά όσο και στην θάλασσα καθώς επίσης και οι βαρβαρότητες κατά των χριστιανικών πληθυσμών, οδήγησαν την περίοδο της Τουρκοκρατίας σε μεγαλύτερη συσπείρωση τους χριστιανικούς λαούς της Ευρώπης. Η συσπείρωση αυτή δεν μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστες και τις σχέσεις μεταξύ των κουρσάρων της Μεσογείου οι οποίοι άρχισαν να δρουν σύμφωνα με τα θρησκευτικά τους πιστεύω ιδίως από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα.

Η περιοχή της Μάνης λόγω του πτωχού εδάφους της σε παραγωγή, εκμεταλλεύτηκε την θάλασσά της προκειμένου να εξοικονομήσει οικονομικούς πόρους. Πάρα πολλοί Μανιάτες στράφηκαν στην πειρατεία, κυρίως κατά των Οθωμανών, οι οποίοι τους πίεζαν. Σύμμαχοι σε αυτές τις δραστηριότητές τους ήταν οι κουρσάροι της Μάλτας και της Σαρδηνίας. Το κοινό θρησκευτικό πνεύμα σε συνάρτηση με την κοινή υποστήριξη οδήγησαν στην αμοιβαία λειτουργία και σεβασμό. Δεν ήταν λίγες οι φορές μάλιστα που Μαλτέζικα πειρατικά έβρισκαν καταφύγιο στις ακτές της Μάνης και το ανάποδο.

Στην παρακάτω επιστολή του καπετάνιου Δημήτρη Γρηγοράκη από το Σκουτάρι της ανατολικής Μάνης γίνεται φανερή η στενή σχέση Μανιατών και Λατίνων κουρσάρων – καραβοκύρηδων.

Διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου¹

«1753 σεπτεμβρίου πρότη πόρτο Παγανέα

Εκλαμβρότατος καπιτανέος sg καπετάν γιανή μόσκα και sg καπετάν γερολημω και sg καπετάν παυλό μαρέσκη και sg καπετάν παυλιό και επιλίπος καπετανέοι όπου κάνετε κούρσω εις το λεβάντε δουλεικώς χαιρετώ σας ανταμώς με όλους τους φιτσιάλους², με το να αγόρασα ένα καίκη από τα σφακιά βάνω καραβοκείρη τον σείφη παπαδάκη να ταξειδέβει όθεν εύρει ταξειδι, του έδοσα και βλεισείδι δυα να πραγματεύγετε τον οπιό καίκι αρμενίζει λατείνεια δύω. Διαυτώ περικαλώ την εκλαμβρότην σας όταν καπιτάρι να μην έχει καμίαν πίραξην. Διατή και το καίει εδικώς μας και το βλεισείδι εδικό μας. Ετζι είμε βέβεος εις την καλήν σας αγάπην πως δεν θέλετε να μου λείψει και μένω και εγώ ομπλγάδος³εις ότι με γνωρήζητε μην εχονδας άλλον μένω εις ορισμούς σας

Δουλός της εκλαμβρότη σας

Δημητράκη Λιγοράκη»

Με λίγα λόγια στην παραπάνω επιστολή ο πρόκριτος Δημήτρης Γρηγοράκης στέλνει ενημερωτική επιστολή στους Λατίνους κουρσάρους, να μην πειράξουν το πλοίο που αγόρασε και θα τους είναι υπόχρεος. Η επιστολή στέλνεται από το λιμάνι της Παγανέας κοντά στο Σκουτάρι. Η περιοχή πήρε το όνομά της από το ότι ήταν πειρατικό ορμητήριο. (έβγαιναν παγανιά = Παγανέα).

1 Κραντονέλλη Αλεξάνδρας «Ελληνική πειρατεία και κούρσος τον 18ο αιώνα» σελ. 326
2 αξιωματούχους
3 Υπόχρεος (obligate)

 

ΠΗΓΕΣ:

  • Κραντονέλλη Αλεξάνδρας «Ελληνική πειρατεία και κούρσος τον 18ο αιώνα»
  •  Ι.Π. Λεκκάκου «Μάνη, κοινωνική οργάνωση και ζωή»

Η Οικογένεια Μαυρομιχάλη Κατά Την Α’ Τουρκοκρατία

Άλικα (φωτό Γιάννης Βουρλίτης)

Το όνομα Μαυρομιχάλης συνήθως μας φέρνει στο νου σκέψεις και συναισθήματα ανάμεικτα. Από ηρωικά κατορθώματα και επικές μάχες μέχρι πολιτικά παιχνίδια με Μεγάλες Δυνάμεις και πολιτικές δολοφονίες. Τα πράγματα ωστόσο δεν φαίνεται να ήταν πάντα έτσι. Η εξουσία και η δύναμη με την οποία έγιναν γνωστοί μέχρι και στην Ευρώπη δεν ήταν πάντα δεδομένη για την οικογένεια αυτή.

Κανείς δεν μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος για την ιστορική καταγωγή της οικογένειας Μαυρομιχάλη διότι δεν υπάρχουν απτές αποδείξεις ή γραπτά κείμενα ύπαρξής της κατά την βυζαντινή περίοδο. Ωστόσο υπάρχουν πλήθος παραδόσεων που επιβεβαιώνει η μία την άλλη.

Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του «Μαυρομιχάλαι» μας πληροφορεί τα εξής:

 «Περί το 1340 ότε οι Τούρκοι κατέκτησαν την θρακικήν χερσόνησον, οικογένειες τινές εκ της πόλεως Καρδίας (Αδριανούπολης) κατέφυγαν εις Μάνη. Κοντά στο Ακρωτήρι Ταίναρον κείται χωρίον ονομαζόμενο Άλικα παρ’ αυτώ ελλιμενισθη ποτέ πλοίο μεταφέρον οικογενείας τινάς εκ της Ανδριανουπόλεως εις την Ευρώπην. Εκ τούτων έμειναν δύο εν τω Άλικα, άφ’ ων κστάγονται, η γενεά των Μαυρομιχαλαίων εκ της μιας και των Γρηγοράκηδων – Τζανετάκη εκ της άλλης»

Παρόμοια αναφορά κάνει στον Άγγλο περιηγητή William Leake, το 1805 περίπου, ένας Μανιάτης της οικογένειας Γρηγοράκη που ξεναγούσε τον περιηγητή στα Άλικα. Αναφέρει χαρακτηριστικά…

Μετανάστης λοιπόν από την ανατολική Θράκη ο Μιχάλης λέγεται πως ήταν το πρώτο μέλος της οικογένειας στην Μάνη. Επειδή ήταν φτωχός και έρημος (ορφανός) οι ντόπιοι τον είπαν «μαύρο». Έτσι προέκυψε το επώνυμο Μαυρομιχάλης. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση η τοποθεσία του σπιτιού της  οικογένειας Μαυρομιχάλη στα Άλικα ήταν στην περιοχή Αϊ Φιλίππηδες.

Εκεί δίπλα στην εκκλησία βρίσκεται το καλυβόσπιτο της οικογένειας Μαυρομιχάλη. Από την αρχιτεκτονική του σπιτιού και τις συνθήκες της εποχής γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η οικογένεια για αιώνες αποτελούσε μια αχαμνόμερη (ανίσχυρη) οικογένεια της Μάνης. Σε μια περίοδο όπου οι κυρίαρχες οικογένειες του χώρου ήταν οι Κοσμάδες, οι Νίκλοι, οι Κοντόσταυλοι και άλλοι η οικογένεια Μαυρομιχάλη αποτελούσε μια αδύναμη και άσημη οικογένεια.

Καλυβόσπιτο αχαμνόμερου στα Άλικα

Ο Ιωάννης Φιλήμων συνεχίζει λέγοντας πως ο Μαυρομιχάλης και η απόγονοι του έφυγαν από τα Άλικα λόγω τοπικών ταραχών. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως ήρθαν σε διενέξεις με την οικογένεια Ντουζέπη και από φόβο εγκαταστάθηκαν στο Λιμένι. Ας μην ξεχνάμε πως η οικογένεια Ντουζέπη ανήκε στην ισχυρότερη πατριά των Αλίκων τους Νικολεγιάννους. Η εγκατάσταση στο Λιμένι δεν πρέπει να μας παραξενεύει διότι ίσως δεν ήθελαν να προκαλέσουν με την παρουσία τους εκεί τους ισχυρούς Γιατριάνους και Στεφανοπουλιάνους του Οιτύλου.

Κατά άλλη εκδοχή, του καθηγητή Ν. Σαριπόλου, σε επικήδειο λόγο του, στον γιο του Πετρόμπεη, Αναστάσιο, (3 Μαΐου του 1870), ανέφερε ότι επί Ενετών πριν δύο αιώνες, στο χωριό Άλικα βρέθηκε ένα παιδί ορφανό που λεγόταν Μιχάλης. Κατά έθιμο δε της Μάνης τα ορφανά παιδιά ονομάζονταν «μαύρα». Τούτο προστέθηκε στο όνομα και έγινε Μαυρομιχάλης. Ο Μαυρομιχάλης αυτός, όταν μεγάλωσε, εγκαταστάθηκε στο Οίτυλο, όπου και νυμφεύθηκε και απέκτησε πολλά παιδιά, ένα από τα οποία και έγινε κληρικός και προχειρίσθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη σε έξαρχο της Μάνης.

Όποια εκδοχή και αν ισχύει από τις δύο δεν αλλάζει το γεγονός ότι η οικογένεια Μαυρομιχάλη πριν ανέβει στο Οίτυλο από τα Άλικα όπου βρισκόταν, γύρω στα 1650 αποτελούσε μια πολύ περιορισμένης ισχύος οικογένεια και μετά από χρόνια και την ωρίμανση πολιτικών συνθηκών εξελίχθηκε στην ισχυρότερη οικογένεια της Μάνης με πρώτο γνωστό πρόσωπο τον Γεώργιο ή  Έξαρχο Μαυρομιχάλη από το Οίτυλο το 1700.

ΠΗΓΕΣ

  1. William Martin Leake “Travels in the Morea” volume 3
  2. Συλλογικό έργο – Ιωάννη Φιλήμονα «Μαυρομιχάλαι»
  3. www.mani.org.gr
  4. Τοπική παράδοση Αλίκων
  5. Κ. Κάσση «Άνθη της Πέτρας, παραδοσιακές εκκλησίες της Μάνης»
  6. Γ. Βουρλίτη «εικονόβιβλος της Μάνης» εκδόσεις αδούλωτη Μάνη
  7. Κωνσταντίνος Τσάτσος, Λογοδοσία μιας ζωής, Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2000, τόμος Α΄
  8. Περιοδικό σύγγραμμα «Λακωνικαί Σπουδαί» τόμος 20ος  Αθήνα 2012

23 Μαρτίου 1821-Η Καλαμάτα Ελεύθερη

Η έναρξη της επανάστασης, σύμφωνα με το σχέδιο των οπλαρχηγών, έπρεπε να ξεσπάσει ταυτόχρονα σε πολλές εστίες ώστε να υπάρχουν μαζικά επαναστατικά κρούσματα εναντίον των Τούρκων. Η απελευθέρωση της Καλαμάτας από τους Μανιάτες είχε κρίσιμη σημασία. Την εποχή εκείνη αποτελούσε μια ακμάζουσα πόλη, με λιμάνι για τροφοδοσία, εμπορικό σταθμό και πολλοί επίσημοι Οθωμανοί έδρευαν εκεί.

Σε προηγούμενα κινήματα είχε γίνει στόχος ξανά προκειμένου να εδραιωθεί η εξέγερση. Τον Μάρτιο του 1821 έπρεπε να καταληφθεί γρήγορα προκειμένου να αναπτερωθεί το ηθικό και των υπόλοιπων Ελλήνων ή να καμφθούν οι δισταγμοί άλλων και να συμμετέχουν στην επανάσταση. Η γρήγορη κατάληψη της θα είχε λοιπόν στρατιωτική αλλά και πολιτική σημασία για τον Αγώνα.

Για να επιτευχθεί ο παραπάνω στόχος οι οπλαρχηγοί μηχανεύτηκαν ένα τέχνασμα. Στα μέσα Μαρτίου οι Φιλικοί από την Σμύρνη, αποβιβάζουν στην Μάνη, στο λιμάνι των Κιτριών, καράβια που μεταφέρουν μπαρούτι και βόλια. Ο Αναγνωσταράς και ο Νικηταράς με τους άνδρες τους αναλαμβάνουν να το εκτελωνίσουν το φορτίο και να το κρύψουν σε ασφαλές μέρος.

Οι Τούρκοι της Καλαμάτας θορυβημένοι από το γεγονός ρωτούν τους προκρίτους τι συνέβαινε. Ο Αρναούτογλου, αγάς της Καλαμάτας είχε λίγο στρατό (100 Αλβανούς) καθώς οι υπόλοιποι είχαν μεταβεί στην Ήπειρο να πολεμήσουν με τον Χουρσίτ τον Αλή Πασά.

Οι Έλληνες του είπαν πως το φορτίο είχε λάδι και το φύλαγαν πλήθος ενόπλων διότι κλέφτες λυμαίνονται την περιοχή και ενδέχεται κίνδυνος για την Καλαμάτα. Ο Βοεβόδας της Καλαμάτας αφελώς ζητά την βοήθεια των Μανιατών. Ο Ηλίας Μαυρομιχάλης εισέρχεται στις 20 Μαρτίου στην πόλη με 150 Μανιάτες και καταλαμβάνει τα καλύτερα από άποψη στρατηγικής σπίτια.

Στις 22 Μαρτίου όταν ο Πετρόμπεης με 2000 Μανιάτες, τον Κολοκοτρώνη, τον Αναγνωσταρά, τον Παπαφλέσσα, τον Νικηταρά κ.ά. φτάνουν στην Καλαμάτα η πόλη μετά από λίγο παραδίδεται χωρίς ντουφεκιά. Μάλιστα ο Αρναούτογλου παρέδωσε με επίσημο πρωτόκολλο την πόλη και τον στρατιωτικό εξοπλισμό. (Πολλοί ιστορικοί συνεπαρμένοι από τις μετέπειτα επιτυχίες του Αρχιστράτηγου Κολοκοτρώνη  αναφέρουν ότι αυτός απελευθέρωσε την πόλη της Καλαμάτας, πράγμα εντελώς ανιστόρητο καθώς την δεδομένη στιγμή ο Κολοκοτρώνης δεν ήταν τίποτε άλλο από έναν παλιό, φτωχό κλέφτη του Μοριά που δεν είχε ούτε στρατό αλλά ούτε καν δικό του άλογο).

Μετά την παράδοση της πόλης ακολούθησε πανηγυρική δοξολογία στον ναό των Αγίων Αποστόλων στην Καλαμάτα όπου πλήθος κόσμος συνέρευσε να παρακολουθήσει την ορκωμοσία των οπλαρχηγών. Η πρώτη πόλη που είναι και επίσημα ελεύθερη. Μετά την δοξολογία δημιουργείται ο πρώτος πολιτικός φορέας της επανάστασης, η Μεσσηνιακή Γερουσία με πρόεδρο τον κύριο απελευθερωτή της Καλαμάτας τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Ο φορέας αυτός συντάσσει δύο πολύ σημαντικά έγγραφα από άποψη εξωτερικής πολιτικής. Την προειδοποίηση προς τας Ευρωπαικάς Αυλάς και την Προκήρυξη με αποδέκτες τις Η.Π.Α. Τα έγγραφα αυτά περιγράφουν με έντονο τρόπο πως είμαστε έθνος σε εμπόλεμο κατάσταση με την Τουρκία και όχι υποτελείς υπήκοοι του Σουλτάνου που εξεγέρθηκαν για λόγους εσωτερικής πολιτικής. Την υπογράφει ο Πετρόμπεης διότι ως μπέης της Μάνης είχε και θεσμικό ρόλο προεπαναστατικά που του έδινε κύρος.

Προειδοποίησης προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές

«Προειδοποίησις εις τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς, εκ μέρους του φιλογενούς αρχιστρατήγου των Σπαρτιατικών στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου.

Ο ανυπόφορος ζυγός της Οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός και απέκεινα αιώνος, κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε να μην μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοποννησίους Γραικούς, ει μη μόνον πνοή και αυτή δια να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους των αναστεναγμούς. Εις τοιαύτην όντες κατάστασιν στερημένοι από όλα τα δίκαιά μας, με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα, και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων. Πάσα προς αλλήλους μας φατρία και διχόνοια, ως καρποί της τυραννίας απερρίθφησαν εις τον βυθόν της λήθης, και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας. Αι χείρες ημών αι δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσσους της βαρβαρικής τυραννίας, ελύθησαν ήδη, και υψώθηκαν μεγαλοψύχως και έλαβον τα όπλα προς μηδενισμόν υης βδελυράς τυραννίας. Οι πόδες ημών οι περιπατούντες εν νυκτί και ημέρα εις τας εναγκαρεύσεις τας ασπλάγχνους τρέχουν εις απόκτησιν των δικαιωμάτων μας. Η κεφαλή μας η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον ζυγόν τον απετίναξε και άλλο δεν φρονεί, ει μη την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ. Η γλώσσα μας η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον, εκτός των ανωφελών παρακλήσεων, προς εξιλέωσιν των βαρβάρων τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει και κάμνει να αντηχή ο αήρ το γλυκύτατον όνομα της Ελευθερίας. Εν ενί λόγω απεφασίσαμεν, ή να ελευθερωθώμεν, ή να αποθάνωμεν. Τούτου ένεκεν προσκαλούμεν επιπόνως την συνδρομήν και βοήθειαν όλων των εξευγενισμένων Ευρωπαίων γενών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχύτερον εις τον Ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας και να λάβωμεν τα δίκαιά μας. Να αναστήσωμεν το τεταλαιπωρημένον Ελληνικόν γένος μας. Δικαίω τω λόγω η μήτηρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε, απαιτεί ως εν τάχει την φιλάνθρωπον συνδρομήν σας, και ευέλπιδες, ότι θέλει αξιωθώμεν, και ημείς θέλομεν σας ομολογή άκραν υποχρέωσιν, και εν καιρώ θέλομεν δείξη πραγματικώς την υπέρ της συνδρομής σας ευγνωμοσύνην μας».

17η Μάρτη 1821 (Η Επανάσταση Ξεκινά Στην Μάνη)

Μετά την αποτυχημένη έναρξη των επαναστατικών επιχειρήσεων στις παραδουνάβιες περιοχές της Μολδοβλαχίας τον Φλεβάρη του 1821, αποφασίστηκε η έναρξη των επιχειρήσεων στην Μάνη που είχε οριστεί βασικό ορμητήριο του αγώνα.

Το ετοιμοπόλεμο και εμπειροπόλεμο των κατοίκων της  καθώς και η απουσία Οθωμανών στην περιοχή την καθιστούσαν ιδανική για μαζικό κίνημα, όπως και έγινε στις 17 Μαρτίου 1821 στην Αρεόπολη με επικεφαλή τον Πέτρο Μαυρομιχάλη. Η φιλικοί τον είχαν ορίσει Αρχιστράτηγο για δύο λόγους.

Στην αρχή του αγώνα ήταν ο σημαντικότερος πρόκριτος διότι είχε χρήμα αλλά και πλήθος ενόπλων. Ο άλλος λόγος ήταν να καμφθούν οι όποιοι δισταγμοί του.

Ο όρκος των Μανιατών μπροστά στους Ταξιάρχες:

«Ορκίζομαι,

εις το όνομα του Παντοδύναμού μας Θεού,

εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού

και της Αγίας Τριάδος,

να χύσω και την υστέραν ρανίδα του αίματός μου,

υπέρ πίστεως και Πατρίδος.

Ορκίζομαι,

να μη βλέψω εις τα όπισθεν

εάν δεν αποδιώξω τον εχθρόν της Πατρίδος

και της Θρησκείας μου.

Ορκίζομαι,

«Ταν ή επί Τας» και «Νίκη ή Θάνατος»

υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.

Ο ναός των Ταξιαρχών (Αρεόπολη)

ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιός του Θεόδωρου, γράφει:

«Αναπτυσσομένης της ιδέας περί της Επαναστάσεως, ο σπινθήρ της Ελευθερίας ήναπτε τον ενθουσιασμό των Ελλήνων, οίτινες διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου. Όθεν την 17ην Μαρτίου  οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων.»

Ο ιστορικός της επανάστασης Σπυρίδων Τρικούπης ο οποίος μίλησε με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τον Λόντο, τον Ζαΐμη και άλλους προκρίτους της Αχαΐας γράφει για την έναρξη της επανάστασης

«Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν Μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτων η σημαία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Την ιδέα ταύτην εξέφρασα και εγώ εν τω επικήδειώ μου λόγω  εις Ανδρέα Ζαΐμη πριν εξακριβώσω την αλήθεια»  

Όπως γίνεται αντιληπτό ακόμα και ο ιστορικός της εποχής Σπυρίδων Τρικούπης δυσκολεύτηκε να εντοπίσει την πραγματική ημερομηνία και τοποθεσία όπου έλαβε χώρα η έναρξη της Εθνεγερσίας. Τα μαζικά κινήματα στην Πελοπόννησο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα εξέγερσης και φυσικά οι πολιτικοί τοπικισμοί οδήγησαν σε λαθεμένα συμπεράσματα.

Εδώ άξιο λόγου είναι ότι την πρώτη επίσημη ελληνική ιστορία που διδάχτηκε στα σχολεία δεν την έγραψαν Έλληνες ιστορικοί ή πρωταγωνιστές των γεγονότων της εποχής αλλά ξένοι συγγραφείς (φιλέλληνες) όπως Πούκεβιλ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα καταγραφή πλήθος ανακριβειών και πολιτικών αναγωγών μακριά από τις ισχύουσα ιστορική πραγματικότητα.

Η Προπαρασκευή Του Αγώνα

Ο καθηγητής κ. Απ. Δασκαλάκης περιγράφει τις τελευταίες ημέρες προετοιμασίας του μεγάλου ξεσηκωμού με πολύ παραστατικό τρόπο …

«Κατά τας δύο τελευταίες εβδομάδας ο επαναστατικός οργασμός λαμβάνει μορφήν πολεμικού συναγερμού. Οι Μανιάται έχουν εγκαταλείψη τας εργασίας των και συναθροιζόμενοι εις τας πλατείας των χωριών[1] των ετοιμάζουν «μπαρουτόβολα» με την βοήθειαν των γυναικών και των παιδιών. Οι Καπεταναίοι καταβάλλουν αγωνιώδεις προσπαθείας δια να προμηθευτούν μολύβι και μπαρούτι προς διανομήν και επιτόπιον κατασκευήν σφαιρών. Όλαι αι προμήθειαι σίτου, κριθής και λουπίνων[2] παραδίδονται και οι ΄΄φούρνοι΄΄ οι οποίοι συνήθως ευρίσκονται εις την αυλή εκάστης κατοικίας, είναι ανημμένοι ημέραν και νύκταν προς κατασκευήν παξιμαδιού (καυκάλας) δια τους σάκους των πολεμιστών. Οι κώδωνες[3] των εκκλησιών αντηχούν αδιαλείπτως και οι Ιερείς αναπέμπτουν ευχάς υπέρ των πολεμιστών και δια την ευόδωσιν του παρασκευαζομένου απελευθερωτικού αγώνος.»


[1] Συνήθως μπροστά στο καθολικό της εκκλησίας του χωριού.
[2] Είδος ξηρού καρπού της Μάνης
[3] Η έλλειψη μέσων επικοινωνίας, έκανε την καμπάνα μέσο κοινοτικής συνεννόησης