Λίγο πριν την άλωση της Τριπολιτσάς

ο αγωνιστής του 1821 Αναστάσης Μαυρομιχάλης

Στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821 η πόλη της Τρίπολης πέφτει μετά από εξάμηνη πολιορκία και αιώνες ξένης κυριαρχίας σε ελληνικά χέρια. Η πόλη είχε καταστεί διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου και η κατάληψή της είχε τεράστια στρατηγική σημασία. Ωστόσο ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν κάποια παραλειπόμενα γεγονότα τα οποία δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά.

Ήδη από τις αρχές του 1821 οι Τούρκοι είχαν πληροφορίες ότι σχεδιάζεται από τους «Ρωμιούς» πιθανό  κίνημα εναντίον τους. Για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο και να τρομοκρατηθεί ο πληθυσμός οι Τούρκοι καλούν τους σημαντικότερους προεστούς και αρχιερείς στην Τρίπολη, με πρόφαση να υποβάλουν τα σέβη τους στον Πασά. Σε περίπτωση εξέγερσης φυσικά οι «σημαντικοί πρόκριτοι» θα βρίσκονταν στα χέρια των Τούρκων. Από την Μάνη προσκλήθηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Αποφασίστηκε να μην πάει προφασιζόμενος ασθένεια. Έτσι θα μπορούσε να τεθεί επικεφαλής του δυναμικού της περιοχής και θα έπαιζε καταλυτικό ρόλο στα τεκταινόμενα. Παράλληλα όμως για να μην κινήσει υποψίες αλλά και σύμφωνα με τα Οθωμανικά ήθη έπρεπε να στείλει κάποιον δικό του ως αντιπρόσωπο. Αυτός που  αποφασίστηκε να πάει ήταν ο τρίτος γιος του Αναστάσης Μαυρομιχάλης και ο ανιψιός του Πανάγος Πικουλάκης από την Αρεόπολη. Οι ζωές τους, εν γνώσει τους, θα διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο καθώς με την έκρηξη της επανάστασης οι Τούρκοι θα ξέσπαγαν σε αυτούς είτε με βασανιστήρια είτε με εκτελέσεις.

Οι πραγματικές προθέσεις των Τούρκων φάνηκαν αμέσως μόλις πέρασαν η αντιπροσωπεία της Μάνης τα τείχη της πόλης. Πρώτο μέλημα των Τούρκων ήταν ο αφοπλισμός των τεσσάρων πάνοπλων σωματοφυλάκων του Αναστάση Μαυρομιχάλη. Παρότι αρχικώς αντιστάθηκαν πείσθηκαν να παραδώσουν οπλισμό και ύστερα ρίχτηκαν στην φυλακή. Με το ξέσπασμα της επανάστασης εκτελέσθηκαν επί τόπου και μπροστά στα μάτια των προκρίτων οι φρουροί. Για έναν από αυτούς, τον Νικόλαο Βασιλάκο από το Σκουτάρι, έχουμε περισσότερες πληροφορίες από σειρά εγγράφων στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.

«Πιστοποιούμεν οι υποφαινόμενοι, ότι πριν η Ιερά Σάλπιγξ είχεν ηχήσει εις τον Ελληνικόν ορίζοντα, και προπαρασκευαί αυτής εγίνοντο παρά της Ορθοδόξου Εταιρείας τω χιλιοστώ οκτακοσιοστώ εικοστώ πρώτω έτος, λαβών (sic) υπονοίας η οθωμανική κυβέρνησις, έβαλε χείρας εις αποτομήν πολλών αθώων χριστιανών εις όλα τα μέρη του κράτους όπου Χριστιανοί υπάρχωσι, δόσας προς τούτοις διαταγήν και εις τον εν Τριπόλει Διοικητήν ίνα λάβη και αυτός το ξίφος εις χείρας και φονεύει χωρίς διάκρισιν όπου ευρίσκει Χριστιανόν. Τούτο πληροφορηθέντες οι Διοικηταί της Πελοποννήσου (Μωραγιάνηδες) απέστειλον παρακλητικάς επιστολάς εις τον εν Λακωνία Πετρόμπεην Μαυρομιχάλην ίνα δια της εγγυήσεώς του σώση από τον Οθωμανικόν πέλεκυν τους Χριστιανούς και στείλει ενέχυρον προς βεβαίωσιν, ότι η Πελοπόννησος δεν εστοχάσθη ποτέ, ούτε θέλει στοχασθή μυστικήν τινά εταιρείαν κατά της Υψηλής Πόρτας, έδωσε λοιπόν ενέχυρον εις τον εν Τριπόλει Διοικητήν (ότι τοιούτος σκοπός δεν υπάρχει) τον υιόν του Αναστάσιον Μαυρομιχάλην, ζητήσας προς τούτοις και εκ μιάς των διασήμων οικογενειών της Λακωνίας των Βασιλιάνων, τον Νικόλαον Βασιλιάνον. Αλλά κατά την 25 Μαρτίου του αυτού έτους ήχησεν εις τον Ελληνικόν ορίζοντα η Ιερά σάλπιγξ της Ελληνικής Ελευθερίας, έλαβον τα όπλα οι Έλληνες έτρεξαν πολιορκούντες τα φρούρια καταδιώκουν και φονεύουν όπου αιμοβόρον Οθωμανόν εύρισκον. Τότε ο εν Τριπόλει Διοικητής έβαλεν ξίφος εις τα παρά της Πελοποννήσου δοθέντα ενέχυρα. Εφόνευσε και τον Νικόλαον Βασιλάκον, γίνας ούτος θύμα της Ελληνικής Μυστικής Ορθοδόξου ημών Εταιρείας. Τούτο θεωρήσας (sic) οι αδελφοί του αειμνήστου Ν. Βασιλάκου, Πιέρος και Τζανέτος Βασιλιάνοι και πνέοντες εκδίκησιν δια το αίμα του αδελφού τους, είχον προς τούτοις και τον υπέρ πατρίδος ζήλον, έλαβον και αυτοί τα όπλα εις χείρας επί κεφαλής πολλών Στρατιωτών εφοδιάζωσι αυτούς από ίδιά τους έξοδα, έτρεξαν εις πολλάς κατά των εχθρών μάχας, αλλά και ούτοι έπεσον ενδόξως εις το πεδίον της μάχης εις τον παρά της εν Τριπόλει πολιορκίας. Τούτο πληροφορηθείσα η οικογένειά των, η μεν μητέρα των εκ της λύπης απέθανεν το αυτό έτος, η δε αδελφή τους ασθενήσασα εκ της λύπης μέχρι το 1827 απέθανεν και αύτη. Μείνας (sic) δε εκ της οικογενείας ταύτης των Βασιλιάνων δύο ανήλικοι αδελφοί των αειμνήστων, Δημήτριος και Βασίλειος και μη έχων ουδένα προστάτην έγιναν ελεηνόν θύμα της πείνης, και έκτοτε η πολυάριθμος οικογένεια αύτη δεν εβραβεύθη ουδόλως δια τας πολλάς αυτής θυσίας, ως και αι λοιπαί οικογένειαι της Πελοποννήσου και Στερεάς Ελλάδος. Όθεν εις ένδειξιν δίδεται το παρόν μας πιστοποιητικόν έγγραφον εις την οικογένεια ταύτην δια να χρησιμεύση όπου δει.

Αθήναις τη 13 Δεκεμβρίου 1844.

Π. Μαυρομιχάλης, Α. Δεληγιάννης, Πανούτζος Νοταράς, Τζανετάκης Γρηγοράκης, Δ. Τζιγκουράκος, Κανέλλος Δεληγιάννης».

Από το παραπάνω έγγραφο προκύπτουν πολλές πληροφορίες. Πρώτα πρώτα πως η οικογένεια Βασιλάκου του Σκουταρίου ανήκε στις επιφανείς της εποχής καθώς ο συγγραφέας αναφέρετε σε αυτούς ως «διασήμων«. Επίσης γίνονται αντιληπτά πολλά από τα εθιμοτυπία της εποχής και της περιοχής όταν μιλάει για «πνοή εκδίκησης» των αδερφών για το αίμα του αδερφού τους. Στο ίδιο έγγραφο γίνεται εύκολα αντιληπτό και το ότι οι Βασιλιάνοι του Σκουταρίου είχαν και βαριές απώλειες καθώς στην Τριπολιτσά χάθηκαν τρία αδέρφια. Τέλος αξιοσημείωτο είναι πως το έγγραφο αυτό υπογράφουν ισχυρότατες προσωπικότητες της Πελοποννήσου αποδεικνύοντας την αίγλη της οικογένειας.

Αποτέλεσμα εικόνας για πολιορκία τριπολιτσάς

Η Τρίπολη επί Τουρκοκρατίας

 

Πηγές

  1. http://www.nhmuseum.gr/en/fakelos-syllogon/antikeimena/12008_en/
  2. http://www.geetha.mil.gr/media/1_istorika/25_Martioy/alosi-tripolitsas.pdf
  3. https://www.sansimera.gr/articles/310
  4. http://www.arcadia938.gr/index.php/diafora/san-simera/22290-o-ibrshim-pasha-katastrefei-tin-tripolitsa
  5. Ιωσήφ Ζαφειροπούλου, Οι αρχιερείς και οι Πρόκριτοι εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821, Απομνημονεύματα, Έκδ. Εμμ. Πρωτοψάλτη, τόμ. Α’, σ. 223.
  6. http://www.etlasp.gr/
  7. Σταύρου Γ. Καπετανάκη Μανιάτες Αγωνιστές του 1821 έκδοση συλλόγου Μανιατών Καλαμάτα 2005
Advertisements

Η Μάχη Των Μύλων Της Λέρνης (13/06/1825)

Ο Ιμπραήμ πασάς μετά από σειρά νικών εναντίον των Ελλήνων και την αμαχητί κατάληψη της Τριπολιτσάς, έστρεψε την προσοχή του προς το Ναύπλιο σε μια μορφή επιθετικής αναγνώρισης του εδάφους. Οι επαναστάτες μη γνωρίζοντας τις προθέσεις του οχυρώθηκαν στους Μύλους, λίγο έξω από το Ναύπλιο προκειμένου να τον ανακόψουν. Γενικός αρχηγός των εκεί επαναστατών ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης ενώ υπαρχηγοί είχαν οριστεί ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο Ιωάννης Μακρυγιάννης.

Κ. Μαυρομιχάλης

Η κυβέρνηση είχε ορίσει τον φιλέλληνα Μοντανέλλι να οχυρώσει τους μύλους λόγω της στρατηγικής τους σπουδαιότητας για την πόλη του Ναυπλίου, ωστόσο τα γεγονότα τον πρόλαβαν και έτσι η περιοχή την στιγμή της επίθεσης του πασά ήταν ανοχύρωτη.

Η συνολική δύναμη των επαναστατών δεν ξεπερνούσε τους 500 άνδρες. (Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ήταν 350 περίπου). Ο Μακρυγιάννης με 150 περίπου, ο Υψηλάντης με 17 φιλέλληνες και όλους τους άτακτους του Ναυπλίου, ο Μαυρομιχάλης με τον νταϊφά του (κυρίως Μανιάτες) και ο Κάρπος με τον λόχο των ευζώνων. Στο πλευρό των επαναστατών και τρία μπρίκια τα οποία πλησίασαν την ακτή προκειμένου τα πυροβόλα τους να είναι σε βεληνεκές βολής υποστήριξης.

Οι Μύλοι ήταν ζωτικής σημασίας για το Ναύπλιο διότι προμήθευαν τρόφιμα και ύδρευση στην πόλη. Η κατοχή τους σε ελληνικά χέρια έπρεπε να μείνει με κάθε κόστος. Ο Μακρυγιάννης βιαστικά και όπως μπορούσε έφτιαξε μικρά οχυρωματικά έργα από ξερολιθιά και ντουφεκότρυπες από την 11η Ιουνίου 1825. Μέσα στις επόμενες δύο μέρες οι Έλληνες είχαν συγκεντρωθεί για μάχη στην περιοχή.

Ιωάννης  Μακρυγιάννης

Ο Μακρυγιάννης λέει χαρακτηριστικά για εκείνες τις ώρες …..

« Τέλος από αυτά ούτε νερό είχε μέσα, ούτε κανόνι εις τον τόπον του κι᾿ αν έπαιρνε τους Μύλους ο Μπραϊμης, κεντρικόν μέρος της θάλασσας και στεργιάς και πλήθος ζαϊρέδες και πολεμοφόδια και νερό ποταμός, μπλοκάριζε και τ᾿ Ανάπλι. Και εις την κατάστασιν οπού ᾿ταν κάμετε την κρίση αν βαστούσε. Αφού το δυνάμωσα, σε δυο ημέρες ήρθε ο Χατζημιχάλης με τους ανθρώπους μου, οπού μου πήρε, ήρθε κι᾿ ο Κωσταντήμπεγης Μαυρομιχάλης μ᾿ ολίγους κι᾿ ο Υψηλάντης με τους ανθρώπους του, όλους δεκαπέντε ».

Το μεσημέρι της 13ης Ιουνίου 1825 μια Αιγυπτιακή φάλαγγα 6000 ανδρών (άλλοι αναφέρουν 5000) προσέβαλε με σφοδρότητα τις θέσεις των επαναστατών. Η επίθεση εντάθηκε εναντίον του κέντρου που υπεράσπιζε ο Μακρυγιάννης και του αριστερού άκρου που υπεράσπιζε ο Υψηλάντης. Αν το κέντρο υποχωρούσε θα κυκλώνονταν και θα συντρίβονταν όλοι οι επαναστάτες. Αν ο Υψηλάντης (αριστερά) υποχωρούσε θα χανόταν το σημείο ασφαλούς φυγής των επαναστατών προς την θάλασσα σε περίπτωση ήττας.

Δημήτριος Υψηλάντης

Συνολικά τρεις επιθέσεις (γιουρούσια) του πεζικού και μία του ιππικού είχαν αναχαιτιστεί όταν το πυροβολικό του Ιμπραήμ κατάφερε να γκρεμίσει μέρος  των οχυρώσεων των επαναστατών και οι Αιγύπτιοι άρχισαν να εισβάλλουν. Ωστόσο χάρις την έγκαιρη αντιμετώπιση τους από τους επαναστάτες αναχαιτίστηκαν. Λόγω προχωρημένης ώρας αλλά και συνεχόμενων αποτυχιών ο πασάς τραβήχτηκε πίσω στην Αργολική κοιλάδα.

Οι απώλειες των Ελλήνων κατά την μάχη των Μύλων ήταν (7) επτά Έλληνες και ένας φιλέλληνας. Από την πλευρά των Αιγυπτίων οι πηγές αναφέρουν γύρω στους 50 νεκρούς χωρίς όμως να μπορεί κανείς να το εξακριβώσει. Λέει χαρακτηριστικά ο Μακρυγιάννης ….

«Είχα διορίση εις τους ανθρώπους μου άνθρωπον και τους διοικούσε. Λυπήθη πολύ ο αγαθός Υψηλάντης κι᾿ ο Κωσταντήμπεγης οπού πληγώθηκα. Ο σκοτωμός των Τούρκων -είναι άγνωστη η ποσότη, ότι τους σήκωναν ευτύς».

 Κριτική επί της μάχης και των απομνημονευμάτων ….

Η μάχη των Μύλων αποτελεί μάχη μεγάλης σημασίας, όχι μόνο γιατί προστάτεψε την περιοχή από τα εχθρικά στρατεύματα αλλά γιατί ανύψωσε το ηθικό των Ελλήνων μετά από μια σειρά ηττών, αποδεικνύοντας ότι ο Ιμπραήμ της Αιγύπτου δεν είναι αήττητος. Είναι στην ουσία η πρώτη μάχη όπου Έλληνες αναχαιτίζουν τον τακτικό στρατό του Ιμπραήμ κρατώντας ζωντανή την επαναστατικά φλόγα.

Την νίκη αυτή ωστόσο ο Μακρυγιάννης προσπαθεί στα απομνημονεύματα του να την μεγαλοποιήσει ακόμα περισσότερο και να την καπηλευτεί καθώς κάνει ελάχιστες αναφορές στους υπόλοιπους οπλαρχηγούς. Μιλάει για 12000 εχθρούς και 500 νεκρούς, πράγμα ιδιαίτερα απίθανο να συνέβη αφού κανένα από τα δύο νούμερα που παραθέτει δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Τέλος να αναφέρουμε ότι αν και αναφέρεται ως μία μάχη στην πραγματικότητα κάθε οπλαρχηγός έδινε στον τομέα ευθύνης του την δική του μάχη χωρίς κάποια ιδιαίτερη επικοινωνία με τους άλλους, σε αντίθεση με την οργανωμένη Αιγυπτιακή στρατιά που αποτελούσε ενιαίο σώμα.

ΠΗΓΕΣ

  1. Ιστορία των Ελλήνων τόμος 11ος  εκδόσεις Δομή
  2. Απομνημονεύματα Στρατηγού Μακρυγιάννη εκδόσεις τα Νέα.
  3. Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια (Κ – Μ). Αθήναι: Έκδοσης Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας
  4. Finlay, George. History of the Greek Revolution. Blackwood and Sons, 1861 (Harvard University)
  5. Διονύσιος Κόκκινος, Η ελληνική Επανάσταση τόμος V, εκδόσεις Μέλισσα

Ιωάννης Στρατάκος (οπλαρχηγός)

Αξιωματικός  της Φάλαγγας

Η Χιμάρα της Μάνης βρίσκεται μεταξύ των οικισμών Πυρρίχου και Λουκάδικων, στην περιοχή που κατά τον 19ο αιώνα ονομαζόταν επαρχία Κολοκυνθίου. Ο οικισμός αυτός ανέδειξε κατά την Επανάσταση του 1821 μία σημαντική προσωπικότητα, με δράση στρατιωτική κυρίως, που πλαισίωσε γνωστούς Μανιάτες οπλαρχηγούς. Ο αγωνιστής αυτός ήταν ο Ιωάννης Στρατάκος, ένας ακόμη από τους Μανιάτες εκείνους που δεν πρέπει να ξεχαστούν.

Ο Στρατάκος, σύμφωνα με τους τηρούμενους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) επίσημους ονομαστικούς καταλόγους του Υπουργείου Στρατιωτικών   (περίοδος 1840 – 1841),  είχε γεννηθεί το έτος 1790 και είχε νυμφευθεί την Μαρία Νικολάκου στις 6 Οκτωβρίου 1819. Από την ίδια πηγή φέρεται εκείνη την εποχή ως πατέρας έξι παιδιών.

Σχετικά με τη δράση του κατά την Επανάσταση, γνωρίζουμε ότι μετά από πρόταση του Εκτελεστικού Σώματος πήρε στις 11 Ιουνίου του 1823 το βαθμό του χιλιάρχου, μαζί με τους συναγωνιστές του Μαυροειδή Μαντζάκο, Βασίλειο Πολιτάκο, Ιωάννη Γιαννουλέα, Δημήτριο Πουλικάκο και άλλους. Η συμμετοχή του στις επαναστατικές επιχειρήσεις μέχρι το έτος 1825 περιγράφεται συνοπτικά από μία αναφορά του ίδιου προς το Υπουργείο των Πολεμικών, την οποία υπέβαλε τον Οκτώβριο του 1825, προσκομίζοντας ταυτόχρονα και δύο πιστοποιητικά του Πετρόμπεη και Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, τους οποίους ακολουθούσε ως αξιωματικός τους στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων.

Το έτος 1821 λοιπόν, πολεμώντας πάντα υπό την οδηγία των Μαυρομιχαλαίων, έλαβε μέρος στις πολιορκίες Ναυπλίου, Τριπολιτσάς, Κορίνθου και Πατρών, ενώ δεν έλειψε και από επιχειρήσεις εκτός Πελοποννήσου, ευρισκόμενος στα Μεγάλα Στενά του Ισθμού, στα Γεράνεια Όρη και στη Λιβαδειά. Το επόμενο έτος, δηλαδή το 1822, πολέμησε στο Άργος κατά του Δράμαλη, ενώ περί τα τέλη του έτους αυτού έλαβε μέρος και σε εκστρατεία Μανιατών υπό τον Πετρόμπεη με σκοπό την ενίσχυση του πολιορκούμενου από τους Οθωμανούς Μεσολογγίου και τη λύση της πολιορκίας του.

Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, αδελφός του Πετρόμπεη, πιστοποιεί για τον Ι. Στρατάκο στις 20 Ιανουαρίου 1824 τα εξής :

«Δηλοποιώ διά του παρόντος ότι ο καπετάν Ιωάννης Στρατάκος, δεν έλειψεν απ’ αρχής του Ιερού τούτου αγώνος να παρασταθεί εις διαφόρους της πατρίδος ανάγκες κάμνων το προς αυτήν χρεός του πότε με πεντήκοντα στρατιώτας πότε δε με τριάκοντα μέχρι των δεκαπέντε, καθώς και ήδη εσχάτως διέτριψε υπό την οδηγίαν μου μήνας επτά χωρίς να λάβη οβολόν διά τον εαυτόν του εις όλον αυτό το διάστημα,  εκτός των στρατιωτών του οίτινες επληρώθησαν. Διό και του δίδεται το παρόν  μου διά να του χρησιμεύση όθεν ανήκει και διά να λάβη την ανήκουσαν αμοιβήν.  

    Τη 20 Ιανουαρίου 1824, Εν Καλαμάτα
                            Ο Πατριώτης Κων. Μαυρομιχάλης»

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης επίσης σε πιστοποιητικό του, που φέρει ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1825, βεβαιώνει για τον Καπετάν Γιάννη Στρατάκο ότι αγωνίσθηκε υπό την οδηγία του σε πολλές εκστρατείες, φερόμενος «μετά προθυμίας, ανδρείας και πίστεως» και ότι υπήρξε γνήσιος πατριώτης με γενναίες εκδουλεύσεις έως εκείνη την εποχή.

Μετά την απελευθέρωση, κατά την περίοδο του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια (1828 – 1831), ο Στρατάκος εξακολούθησε ως παλαιός οπλαρχηγός να ασκεί επιρροή στην περιοχή του. Έτσι, στις 24 Ιουλίου του 1830 συνυπέγραψε μαζί με άλλους προκρίτους και οπλαρχηγούς της Ανατολικής και Δυτικής Μάνης επιστολή στήριξης και αφοσίωσης προς τον απεσταλμένο του Κυβερνήτη στο Γύθειο Α. Μεταξά, ενώ την ίδια εποχή προτάθηκε από τον Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου ως ικανός να αναλάβει την θέση του Δημογέροντα του τμήματος Κολοκυνθίου Ανατολικής Μάνης, μισθοδοτούμενος με 60 φοίνικες ανά μήνα.

Κατά τα μετέπειτα χρόνια της Οθωνικής περιόδου, ο αγωνιστής αυτός, όπως και αρκετοί άλλοι Μανιάτες παλαίμαχοι αγωνιστές του 1821, ονομάστηκε τιμητικά αξιωματικός της Σπαρτιάτικης Φάλαγγας και πήρε το Νοέμβριο του 1837 το βαθμό του Λοχαγού. Περαιτέρω το έτος 1839 τέθηκε σε ενεργητική υπηρεσία με το βαθμό του Λοχαγού – Σημαιοφόρου στην 4η Τετραρχία της Φάλαγγας, υπηρετώντας αρχικά υπό τον Ταγματάρχη Δ. Πετροπουλάκη στο απόσπασμα Γυθείου και κατόπιν ο ίδιος ως αποσπασματάρχης στην Αρεόπολη, από όπου και αποστρατεύθηκε τον Ιούλιο του 1843, ως προικοδοτημένος Λοχαγός. Γνωρίζουμε ότι κατά την περίοδο της ενεργητικής του υπηρεσίας (1839 – 1843) ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την καταδίωξη ληστών, γεγονός που καταδεικνύει το ότι, παρά το ώριμο της ηλικίας του για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, παρέμενε ένας μάχιμος αξιωματικός.

Ακριβή χρόνο θανάτου του Ιωάννη Στρατάκου δεν γνωρίζουμε. Το γεγονός ωστόσο ότι οι άμεσοι κληρονόμοι του, δηλαδή τα παιδιά του, ζήτησαν στις 30 Απριλίου 1857 άδεια ώστε να αξιοποιήσουν με πώληση το φαλαγγίτικο γραμμάτιο του ήδη θανόντα πατέρα τους, αξίας 5.400 δραχμών (ποσό σημαντικό για την εποχή εκείνη), μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο θάνατός του δεν πρέπει να απείχε πολύ από την ημερομηνία εκείνη. Οι κληρονόμοι του αγωνιστή, προκειμένου να λάβουν τη σχετική άδεια εκποίησης του γραμματίου του πατέρα τους, προσκόμισαν λίγο αργότερα στον Έπαρχο Γυθείου το από 24 Ιουνίου 1857 πιστοποιητικό του τότε Δημάρχου Κολοκυνθίου Β. Τραφαλή, απόσπασμα του οποίου έχει ως εξής:

«Ο Δήμαρχος Κολοκυνθίου πιστοποιεί ότι οι δημότες και κάτοικοι του χωρίου Χειμάρας Φώτιος Στρατογιαννάκος ετών 28, Ευστράτιος Στρατογιαννάκος ετών 26, Πέτρος Στρατογιαννάκος ετών 22 και Αγγέλω Στρατογιαννίτσα ετών 30 εκ του χωρίου Σκάλα του Δήμου Τρινάσου, είναι τέκνα και κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός των Ιωάννου Στρατάκου λοχαγού της Β. Φάλαγγας ..»   

Στο έγγραφο αυτό, για λογαριασμό των παιδιών του, εκτός του Φώτη, υπογράφει ο συγχωριανός τους Γουλάκος, ο οποίος πιθανόν ανήκει στην ίδια πατριά με τον Στρατάκο (Χασανιάνοι).

Στο πέρασμα του χρόνου, όταν ιστορική μνήμη και παράδοση αδυνατίζουν, εμείς οφείλουμε έναν ελάχιστο φόρο τιμής προς όλους εκείνους τους λησμονημένους ήρωες, που αγωνίστηκαν για ιδανικά, τα οποία σήμερα θεωρούμε ως αυτονόητα και δεδομένα.

Η υπογραφή του καπετάν Γιάννη Στρατάκου ως λοχαγού της φάλαγγας

ΠΗΓΕΣ

  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας.
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους: Αρχεία Υπουργείου Πολέμου (έτους 1825), Υπουργείου Στρατιωτικών (ετών 1837 – 1841) και Προικοδοτήσεων Φαλαγγιτών (ετών 1843 και 1857).
  • Περ. «Λακωνικαί Σπουδαί».
  • Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης τόμος Β Κ. Κάσση

Χαρίλαος Βασιλάκος

Ο Χαρίλαος Βασιλάκος (στο κέντρο) κατά την προπόνηση

Ένας παραγνωρισμένος ήρωας της Μάνης που προέκυψε μέσα από τους αγώνες των σταδίων του αθλητισμού είναι ο Χαρίλαος Βασιλάκος. Ο άνθρωπος αυτός που έμελλε να γίνει ένας από τους πρώτους ολυμπιονίκες της απελευθερωμένης Ελλάδας γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1877. Γιος στρατιωτικού από την Λυγερέα Λακωνίας.

Στις 10 Μαρτίου 1896 διεξήχθησαν οι πρώτοι σύγχρονοι Πανελλήνιοι Αγώνες, με κυριότερο στόχο να αναδειχθούν οι αθλητές που θα επάνδρωναν την ελληνική ομάδα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα, οι οποίοι ήταν και οι πρώτοι σύγχρονοι. Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες ήταν νεαροί νεοσύλλεκτοι του στρατού, οι οποίοι είχαν επιλεγεί από τους διοικητές τους εξαιτίας των ικανοτήτων τους στον αθλητισμό.

Στον αγώνα νικητής αναδείχθηκε ο Βασιλάκος ο οποίος εκείνη την εποχή σπούδαζε στην Αθήνα, με χρόνο 3 ώρες και 18 λεπτά. Ο Βασιλάκος μαζί με άλλους 16 αθλητές αγωνίστηκε στον μαραθώνιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896.

Τερμάτισε στην 2η θέση, πίσω από, τον Σπύρο Λούη με χρόνο 3:06.03 και ήταν ένας από τους εννέα συνολικά που κατάφεραν να τερματίσουν. Αμφότεροι οι αγώνες ήταν των 40 χιλιομέτρων.

Μετά την νίκη του στην Ολυμπιάδα εργάστηκε σε τελωνείο στην Αθήνα, όπου και πέθανε την 1η Δεκεμβρίου του 1964. Κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο Αναστάσεως του Πειραιά.

Η Μάνη τον τίμησε δίνοντας το όνομα του στο μεγαλύτερο στάδιο της πόλης του Γυθείου. Στάδιο Ολυμπιονίκη Χαρίλαος Βασιλάκος

Δημοτικό στάδιο Γυθείου

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Πανελλήνιο Πρωτάθλημα:  Μαραθώνιος: Χρυσό 1896, 1000μ. βάδην:  Χρυσό 1901,Χάλκινο 1906

Ολυμπιακοί Αγώνες:  Μαραθώνιος: Αργυρό 1896

Αν και δεν έχουν γραφτεί πολλά για αυτόν γίνεται τα τελευταία χρόνια προσπάθεια ανάδειξής του. Το 2012 εκδόθηκε βιβλίο για την προσωπικότητά του σαν αθλητής αλλά και ανέκδοτες πληροφορίες για την προσωπική του ζωή και την ατμόσφαιρα της εποχής των πρώτων σύγχρονων  Ολυμπιακών Αγώνων.