Του Καλαπόθου

Μοιρολόγια pic.

Το κάτωθι μοιρολόι είναι εξαίρετο δείγμα εκφραστικότητας της μανιάτικης εκδικητικότητας ακόμα και όταν πρόκειται για γυναικείο πρόσωπο. Η πρωταγωνίστρια που θυμίζει την τραγική Ηλέκτρα, λαμβάνει ρόλο εκδικητή για τον θάνατο του αδερφού της. Ωστόσο επωμίζεται το προσωπικό κόστος  δηλητηριάζοντας τον άνδρα της.

Μιὰ σκόλη καὶ μιὰ Κυριακή,

ὅπου ξημέρων’ ἡ Λαμπρὴ

κ’ ἔφκιανα τὶς τυρόπιτες,

ἔφκιανα δὲν ἐφκιάνουντα,

ἔψηνα δὲν ἐψήνουντα

μόνε κομμάτια γίνουντα.

Ἔβαφα κόκκινα αὐγὰ

κ’ ἐκεῖνα δὲν ἐβάφουντα,

μόν (ον) ἐγίνουντα μουντά.

Ῥώτησα τὸν πατέρα μου

καὶ τὸ χρυσό μου πεθερό.

«Γιὰ δὲ μοῦ λές, πατέρα μου,

ποὺ φκιάνου καὶ δὲ φκιάνουντα,

ἔψηνα [καὶ] δὲν ἐψήνουντα,

μόνα κομμάτια γίνουντα,

ποὺ σὲ καλό μας νὰ γενῇ

κι ὁ Καλαπόθος μου νὰ ζῇ;

-Τί νὰ ζὲ ποῦ, παιδάκι μου!

Βάλε κουλούιρα ‘ς τὴν ποϊδὰ

κόκκιν’ αὐγὰ ‘ς τὴ ζουιναρὰ

καὶ πᾶρε δίπλα τὰ βουνά,

ἄϊντε ‘ς τὴ στάνη γιὰ νὰ πᾶς,

νὰ βρῇς τὸν Καλαπόθο μας

ν’ ἀρμέγῃ νὰ τυροκομᾷ».

Βάνω κουλούιρα ‘ς τὴν ποϊδά,

κόκκιν’ αὐγὰ ‘ς τὴ ζουιναρὰ

καὶ πὰ ἀπάνου ‘ς τὰ βουνά.

‘Σ τὸ δρόμο, ποὺ ἐπήγαινα,

ἀπάντησα τοὺς σμίχτες του.

«Σμίχτες, ποῦ ἔν ὁ σμίχτης σας

καὶ ποῦ ἔν ὁ Καλαπόθος μου;

-‘Σ τὴ στάνη τὸν ἀφήσαμε,

ν’ ἀρμέγῃ νὰ τυροκομᾷ,

γιατὶ δὲν ἦταν σὰν καλά».

Καὶ μ’ ἔφαγ’ ἡ καρδία μου,

τί δὲν ἔναι καλὴ δουλειά.

Τὸν δρόμο τὸν αὐγάτισα,

‘ς τὴ στάνη κοντοζύγωσα

κ’ οἱ σκύλοι μὲ βαβύζασι.

«Ἔ! σκύλοι, ἔ! μαυρόσκυλοι,

δὲν εἶμ’ ἐγὼ νοικοκυρά,

τοῦ Καλαπόθου ἡ ἀδελφή»;

Τοὺς ἔρρηκα λιγάϊ ψωμὶ

κ’ οἱ σκύλοι ἐγαληνάρασι.

Μέσα ‘ς τὴ στάνη ἔμπηκα,

τὸ γῦρο της ἐγύρισα

καὶ τίποτα δὲν ηὕρηκα.

Τηράζου μές ‘ς τὴν ἀγκουνὴ

καὶ τόνε βλέπου ἐδακεῖ

διπλωμένο τὴ ῥασσιᾶ

καὶ τοῦ μιλοῦ, δὲ μοῦ μιλᾷ.

Πιάνου τόνε κατακυλιοῦ,

μά’ χε σαράντα μαχαιριὲς

καὶ δύο διπλοχατσαριὲς

μέσ’ ς τὶς ἀγιάτρευτες μεριές.

«Μίλα μου, Καλαπόθο μου,

ποῖος σου ἔναι ὁ φονιᾶς»;

Ἄκουσα μιὰ σληρὴ φωνή,

θὰ μ’ ἀπεκρίθ’ ὁ Σατανᾶς.

«Ἄντρας σου κι ὁ κουνιάδος σου,

κεῖνοι μὲ ἐσκοτώσασι».

Ἔβαλα πέτρα ‘ς τὴν καρδιὰ

καὶ δὲν ἐμίλησα μιλιά,

μὰ παίρνου δίπλα τὰ βουνὰ

καὶ διάηκα τὴν Τζίμοβα

καὶ ἀγοράζου σουλιμᾶ

καὶ διάηκα ‘ς τὸ σπίτι μου

κ’ ἔβαλα καὶ μαγέρεψα

καὶ κόβω κοσιπέντε αὐγὰ

κ’ ἔβαλα μέσα σύγκλινα,

ἔρρηξα καὶ τὸ σουλιμᾶ.

Ἀπὲ τοὺς ἐπροσκάλεσα

μὲ γέλοια καὶ μὲ χόρατα,

τί δὲν ἤξέρου τίποτα,

νήτι εὐχαριστήθηκα.

Ἐκάτσασι καὶ τρώασι.

«Νὰ φᾶτε νὰ χορτάσετε,

μὰ θὲ νὰ τὸ πλερώσετε

τῆς Παναγίας τὸ κερί».

Ὅντε χτελέστηκ’ ἡ δουλειά,

μίλησα τοῦ πατέρα τους

καὶ τοῦ χρυσοῦ μου πεθεροῦ.

«Ἔλα, ἔ! τώρα νὰ σὲ εἰποῦ

καὶ ὅπως θέλεις κρῖνε το.

Ἔκαμ’ ὅ,τι ἐκάμασι

ἐχτέλεσα τὸ χρέος μου.

-Νύφη μου, νά χῃς τὴν εὐκὴ

καὶ κληρονόμος νὰ γενῇς

σὲ μένα καὶ ‘ς τοῦ πάππου σου»

Πηγή: http://saritori.blogspot.gr

Advertisements

Των Κολοκοτρωναίων Και Του Παναγιώταρου Βενετσανάκη (1780)

Ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ο πατήρ του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, συμπράξας μετά των υπό τον Καπετάν-πασαν Τούρκων τω 1779 προς εξόντωσιν των επί μακρόν χρόνον μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1763 δηούντων την Πελοπόννησον αλβανικών στιφών, εκλήθη υπό του αρχηγού του τούρκικου στρατού και στόλου, κατασκηνούντος εις τους Μύλους της Λέρνης, να προσέλθη και δηλώση υποταγήν (να προσκυνήση).

Αλλ’ ούτος δεν υπήκουσε, διαφόρους φέρων προφάσεις, μετώκισε δ’ εκ Γορτυνίας εις την Καστάνιτσαν της Μάνης (νυν του δήμου Μελιτήνης της Λακεδαίμονος) πλησίον της Βαρδούνιας, έδρας των Αλβανών Βαρδουνιωτών, οπού διέμενεν εις οχυρούς πύργους ο ισχυρός φίλος του καπετάνιος Παναγιώταρος Βενετσανάκης. Είχε δε παραλάβη μεθ’ εαυτού ο Κολοκοτρώνης και όλους τους συγγενείς του και τάς οικογενείας αυτών.

Πύργος Βενετσανάκηδων στην Καστάνια

Το επόμενον έτος 1780 ο Καπετάν πασάς, καταπλεύσας μετά του τουρκικού στόλου εις Γύθειον, προσεκάλεσεν επανειλημμένως τον Παναγιώταρον και τον Κολοκοτρώνην να προσκυνήσουν. Αλλ’ ούτοι ηρνήθησαν, αν και μόλις 150 άνδρας είχον υπ’ αυτούς και εγίνωσκον ότι ο Τούρκος ναύαρχος διέθετεν ισχυράν αποβατικήν στρατιάν, περί τους δεκακισχιλίους, και πυροβολικόν. Είχον πεποίθησιν εις την οχυρότητα των πύργων της Καστάνιτσας και εις την ενίσχυσιν, την οποίαν θα ελάμβανον παρά των καπεταναίων της Μάνης, τους οποίους ο Παναγιώταρος εκάλεσε να τρέξουν προς βοήθειάν του.

Αλλα την μεν αποστολήν επικουριών εματαίωσεν ο μπέης Μιχαήλ Τρουπάκης, πεισθείς υπό του Έλληνος διερμηνέως του στόλου Μαυρογένη, στενώτατα δ’ επολιόρκησε τους κλεισθέντας εις τους πύργους ο αρχηγός του τουρκικού στρατού Αλή μπέης, 0ι πολιορκούμενοι αντέστησαν γενναίως επί δώδεκα ημερονύκτια, αλλά μη βλέποντες να έρχεται η προσδοκώμενη βοήθεια απεφάσισαν να διασχίσουν ξιφήρεις τους πολιορκητάς, μόνην οδόν σωτηρίας νομίζοντες την τοιαύτην τολμηράν έξοδον.

Καταλιπόντες δε εις τον ένα πύργον τους υπεργήρους γονείς του Παναγιώταρου μεθ’ ενός οπαδού του, όπως θέση πυρ εις την εν τω πύργω πυρίτιδα, εξήλθον πάντες με τάς γυναίκας και τα παιδία. Και διέσπασαν μεν την ζώνην των πολιορκητών, απολέσαντες τρεις μόνον πολεμιστάς, αλλά και πολλαί γυναίκες και παιδία συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.

Οί εξελθόντες δεν ηδυνήθησαν να καταφύγωσιν εις χωρίον της Μάνης, όπου θα εύρισκαν ίσως ασφάλειαν, αλλ’ άμα τη ημέρα συνελήφθησαν και εφονεύθησαν οι πλείστοι. Εφονεύθη και ο Παναγιώταρος και οι υιοί του, ο Κολοκοτρώνης, πληγωθείς κατά την έξοδον, και δυο αδελφοί του, ηχμαλωτίσθησαν δε και τα τέκνα του, πλην του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, τον οποίον μετά της μητρός του και μιας αδελφής του διέσωσαν τα παλληκάρια του πατρός του.

Εις την καταστροφήν ταύτην αναφέρονται τα επόμενα τρία άσματα:

Πολύ σκοτίδιασε ο ουρανός, πάλι να βρέξη θέλει,
σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.
Εσύρανε τα ρέματα, εσύραν τα λαγκάδια,
κ’ εκόπηκε το πέρασμα, κ’ εκόπη το γιοφύρι,
που κει περνάει η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι,
με τα μπαϊράκια τα χρυσά, τοις ασημομπιστόλαις.
Κινάν και πάν ‘ς την εκκλησιά για να λειτρουγηθούνε,
φορούν τα πόσια τα χρυσά, τοις ασημοπαλάσκαις.
Σίντας ξελειτρουγήσανε και βγήκαν ‘ς την κουβέντα,
πετάχτηκε ό Κωσταντής και λέει του Δημητράκη.
«Τούτ’ η χαρά πού χομ’ εμείς σε λύπη θα μας φέρη,
πολλή Τουρκιά μας έζωσε, ο θιος να μας γλυτώση.»
Τακούει ο Παναγιώταρος κ’εσβήστη από τα γέλοια.
«Τι λες, κουμπάρε Κωσταντή, τι λες, τι κουβεντιάζεις;
Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;
Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,
ουδέ ο Τούρκος τον πάτησε, μαϊδέ και ο Αλαμάνος.»
Κι ακόμα ο λόγος έστεκε κ’ η συντυχιά κρατειώταν,
Μπουλούκπασας τους έκλεισε με χίλιους πεντακόσιους.

Τρεις περδικούλαις κάθουνται ‘ς τον πύργο της Καστάνιας,
η μία κλαίει τον Κωσταντή, η άλλη το Δημητράκη,
κ’ η τρίτη η καλύτερη κλαίει τον Παναγιώτη.

Τι έχουν της Μάνης τα βουνά οπού είναι βουρκωμένα,
καν ο βοριάς τα βάρεσε, καν η νοτιά τα πήρε.
Μηδέ ο βοριάς τα βάρεσε, μηδ’ η νοτιά τα πήρε,
παλεύει ο Καπετάν πασιάς με τον Κολοκοτρώνη.
Στεριά παλεύει ο Αλή μπεης μ’ άρματα του πελάγου.
‘Σ την Άρια που έρρηξε τ’ ορδί διαβάζει το φερμάνι.
«Ποιος ειν’ ο Παναγιώταρος, ποιο λεν Κολοκοτρώνη,
να ρθούν να προσκυνήσουνε, ραγιάδες να γενούνε.»
Τ’ ακούει ο Παναγιώταρος, παράξενο του φάνη.
«Δεν προσκυνούμε Αλή μπεη, ο νους σου μη το βάνη,
τάρματα δεν τα δίνομε, ραγιάδες να γενούμε,
παρά θα γίνη πόλεμος με τόπια, με ντουφέκια.»
Κι’ ο Αλή μπεης σαν τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη.
Δώδεκα ημέραις πολεμάει με τόπια με ντουφέκια,
την Κυριακή το δειλινό μεγάλα τόπια βγάλαν,
καρσί ‘ς τον πύργο τά βαλαν, τον πύργο να χαλάσουν.
Βλέπουν τον πύργο κ’ έτρεμε, κ’ ήθελε για να πέση…

Εσείς βουνά, ψηλά βουνά, με τα δασιά κλαριά σας,
με τα δασιά τα έλατα, το εν’ απάνω ‘ς τάλλο,
και πύργε της Καστάνιτσας, οπού βαστάτε κλέφταις,
τους κλέφταις τί τους κάματε, τους Κολοκοτρωναίους;
οπού φορούν χρυσά σπαθιά, μπαλάσκαις ασημένιαις,
χρυσά ‘ν’ και τα ντουφέκια τους, χρυσά μαλαματένια,
και τα τσαπράζια που φορούν, ούλο μαργαριτάρια.
Κείνοι το Μάρτη εδώ ήσανε και τον μισόν Απρίλη,
και την ημέρα τ’ άη Γιωργιού, που είναι το πανηγύρι,
φίλοι τους επροσκάλεσαν, τους είχανε τραπέζι.
Πάνω ποβάλαν τα φαγιά, κ’ έκαμαν το σταυρό τους,
ψιλή φωνίτσα νάκουσαν, ψιλή φωνή νακούνε.
«Γι’ αφήστε τα καλά φαγιά και πάρτε τα ντουφέκια,
τι οι Τούρκοι σας επλάκωσαν, τι οι Τούρκοι σας επήραν.»
Και τα ντουφέκια πήρανε, και τα σπαθιά τραυήξαν,
τους Τούρκους εκυνήγησαν, τους κάμαν ένα ένα.

Από τα παραπάνω δημοτικά τραγούδια γίνεται φανερή η εξύμνηση των πρωταγωνιστών σε λαϊκούς ήρωες που τα βάζουν με τον κατακτητή.. Ιδίως στο πρώτο τραγούδι οι Οθωμανοί χαρακτηρίζονται σαν ξένο σώμα για τον τόπο που πρέπει να τους αντισταθεί. Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;
Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,