Καρδαμύλη

Η Καρδαμύλη είναι ένα χωριό της Έξω Μάνης το οποίο βρίσκεται στην περιοχή του Λεύκτρου. Απέχει 37 χλμ Νοτιοανατολικά της Καλαμάτας και είναι έδρα του Δήμου Δυτικής Μάνης. Το όνομά της προέρχεται από τα πολλά κάρδαμα που υπήρχαν στην περιοχή. Κατά το παρελθόν συναντάται και με το όνομα Σκαρδαμούλα. Η Καρδαμύλη, πόλη της αρχαίας Λακωνίας, θεωρείται ότι υφίσταται από την προϊστορική εποχή. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως μία από τις επτά πόλεις που ο Αγαμέμνων υποσχέθηκε να παραχωρηθεί στον Αχιλλέα για να τον εξευμενίσει για την απόσπαση της Βρισηίδας, κατά την εκστρατεία στην Τροία, ώστε να πειστεί να επιστρέψει στη μάχη. Συγκεκριμένα: «Επτά, δε ού δώσω ευναιόμενα πτολίεθρα Καρδαμύλην, Ενύπην τε και Ιρήν πιήσεον, Φηράς τε λαθέας ήδι Ανθειον βαθύλεμον καλήν τι Αίππειαν και Πήδασον Αμπελόεσσειν»

Ομήρου Ιλιάδα Ι στίχ. 149 – 151

(Με επτά καλοκατοίκητες θα τον προικίσω χώρες, με την πολύχλοη Ιρή, Ενύπην, Καρδαμύλην, με τις θεοφοβούμενες Φαρές, την Ανθείαν με πλούσια λιβάδια και την καλή την Αίπεια, την ΙΙήδασο με τα πολλά αμπέλια)

Μόνον η Καρδαμύλη και η Κυπαρισσία  από τις πόλεις του Μυκηναϊκού Βασιλείου του Νέστωρος έχουν κρατήσει το ίδιο όνομα στο πέρασμα των χιλιετιών.

Αναφορά γίνεται και από τον Παυσανία:

«…Καρδαμύλη δε, ής και Ομηρος μνήμην εποιήσατο εν Αγαμέμνονος υποσχέσεσι δώρων, Λακεδαιμονίων εστί υπήκοος των εν Σπάρτη, βασιλέως Αυγούστου της Μεσσηνίας αποτεμομένου. Απέχει δε Καρδαμύλη θαλάσσης μεν οκτώ σταδίους Λεύκτρων δε και εξήκοντα. Ενταύθα ου πόρω του αιγιαλού τέμενος ιερόν των Νηρέως θυγατέρων εστί ες γαρ τούτο αναβήναι το χωρίον φασίν εκ της θαλάσσης αυτάς Πύρρον οψομένας τον Αχιλλέως, ότε ες Σπάρτην επί τον Ερμιόνης απήει γάμον. Εν’ δε τω πολίσματι Αθηνάς τε ιερόν και Απόλλων εστί Κάρνειος, καθά Δωριεύσιν επιχώριον. . .»

Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις Λακωνικά Κεφ. 26 Εδάφ. 7

(Η Καρδαμύλη, που την αναφέρει ο Όμηρος εκεί που ο Αγαμέμνονας τάζει δώρα στον Αχιλλέα, είναι υπήκοος των Λακεδαιμονίων. Την έχει αποσπάσει από τους Μεσσηνίους ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αύγουστος. Απέχει από τη θάλασσα, οκτώ στάδια και εξηνταοκτώ από το Λεύκτρο. Εκεί κοντά στην ακρογιαλιά υπάρχει τέμενος των θυγατέρων του Νηρέα γιατί, καθώς λένε, σ’ αυτό το μέρος βγήκαν για να καμαρώσουν τον ΙΙύρρο, γιο του Αχιλλέα, όταν εκείνος πέρασε από εκεί, πηγαίνοντας στη Σπάρτη, για να παντρευτεί την Ερμιόνη. Στην πολίχνη αυτή, υπάρχει ακόμη ιερό της Αθηνάς και άγαλμα, του Καρνείου Απόλλωνα, όπως τον φαντάζονταν οι Δωριείς….»)

Η πόλη, αρχικά, δεν αποτέλεσε μέλος του Κοινού των Λακεδαιμονίων (μετονομάστηκε σε Κοινό των Ελευθερολακώνων μετά το 22 π.Χ.) γιατί μετά τη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) η περιοχή δεν ελέγχεται από τη Σπάρτη, αλλά από τους Μεσσήνιους, κατά τις αποφάσεις του Θηβαίου Επαμεινώνδα. Στο Κοινό η πόλη συμμετέχει από το 146 π.Χ. Όμως, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αύγουστος επειδή το Γύθειο και οι άλλες παραλιακές πόλεις είχαν αποχωρισθεί από τη Σπάρτη, παραχώρησε την Καρδαμύλη στους Σπαρτιάτες για να την χρησιμοποιήσουν ως επίνειο. Συνδεόταν με τη Σπάρτη μέσω της Βασιλικής Οδού, τμήματα της οποίας σώζονται μέχρι σήμερα.

Πάνω από τον νεώτερο οικισμό, στην είσοδο του χωριού, πάνω σλειβάδια βρίσκεται η Παλιά Kαρδαμύλη (Πάνω Καρδαμύλη) και το συγκρότημα Τρουπάκηδων – Μούρτζινων. Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα κτιρίων των οικογενειών Μούρτζινου, Πετρέα, Μπουκουβάλα και Μπαχλέμπα. Μέσα στο συγκρότημα συναντάμε τον περίφημο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, ο οποίος είναι η οικογενειακή εκκλησία του γένους των Μούρτζινων. Η ανέγερση των πρώτων κτιρίων του συγκροτήματος τοποθετείται στα τέλη του 17ου αιώνα, όταν εμφανίζεται στην περιοχή ο γενάρχης των Μούρτζινων, Μιχαήλ Παλαιολόγος.

Πάνω από το συγκρότημα βρίσκεται η βάρδια της οικογένειας Πετρέα.

Αντίκρυ από το συγκρότημα βρίσκεται η περιοχή της Κάτω Κάρδαμυλης. Αποτελείται απο τις γειτονιές των κλάδων της οικογένειας Τρουπάκη: Δημητρέα, Πατριαρχέα, Θεοδωρέα και Τρουπάκη.

Παλιά Kαρδαμύλη – Συγκρότημα Τρουπάκηδων – Μούρτζινων

Κατά την περίοδο της κυριαρχίας των Τρουπιάνων (18°-19° αι.) στην Καρδαμύλη αναπτύσσεται έντονη πειρατική δραστηριότητα. Ακόμα και στην καποδιστριακή περίοδο αποτελούσε καταφύγιο ξένων πειρατών.

Στις 06/01/1821 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καταφθάνει από την Ζάκυνθο και φιλοξενείται στον πύργο του Παναγιώτη Τρουπάκη (Μούρτζινου) για τους επόμενους μήνες, με σκοπό την οργάνωση του απελευθερωτικού αγώνα.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας-Οικογενειακή εκκλησία των Τρουπιάνων

Ακολουθώντας το μονοπάτι από την Παλιά Καρδαμύλη προς την περιοχή της Αγίας Σοφίας, συναντάμε δύο ορθογώνιες κοιλότητες η μία δίπλα στην άλλη, λαξευμένες σ’ ένα κάθετο βράχο. Βάση της παράδοσης πρόκειται για τον τάφο των Διόσκουρων (Κάστορας και Πολυδεύκης), των μυθικών παιδιών της βασίλισσας της Σπάρτης Λήδας και του Δία. Κατά μια άλλη παράδοση ο τάφος αυτός ανήκει στους ήρωες Νικόμαχο και Γόργασο, γιούς του θεραπευτή Μαχάονα που συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο.

Ο Τάφος Των Διόσκουρων

Η Καρδαμύλη αποτελεί προσφιλή τουριστικό προορισμό. Στο παραλιακό μέτωπο και πάνω στον κεντρικό δρόμο του χωριού υπάρχουν πολλά μαγαζιά τα οποία γεμίζουν από τουρίστες, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες.

Δυτικά του οικισμού βρίσκεται η  βοτσαλωτή παραλία Ριτσά, ενώ λίγο έξω από το χωριό, σε κοντινή απόσταση, βρίσκονται οι παραλίες Δελφίνια και η παραλία του Φονέα.

Στο λιμάνι βρίσκεται ένα κτίριο το οποίο προεπαναστατικά ήταν αποθήκη-τελωνείο της οικογένειας Τρουπάκη. Δίπλα ακριβώς είναι το εκκλησάκι του Αγ. Γιάννη ενώ στο διπλανό βράχο υψώνεται ο πύργος-βάρδια της οικογένειας Δημητρέα (Κλάδος των Τρουπιάνων).

400 μ. από το λιμάνι του Άι Γιάννη, βρίσκεται ένα  μικρό καταπράσινο νησάκι. Πρόκειται για τη νήσο Μερόπη. Η έκταση του είναι 35 στρέμματα ενώ βρίσκονται ερείπια κτισμάτων και τειχών της μεταβυζαντινής περιόδου καθώς επίσης και ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου που χρονολογείται γύρω στο 1779Στη Μερόπη υπήρχαν ενετοί μέχρι το 1818 περίπου, ενώ ο εορτασμός της εκκλησίας σταμάτησε από το φόβο ατυχημάτων, λόγω της απόκρημνης ακτής.

Το λιμάνι του Άι Γιάννη και στο βάθος το νησί Μερόπη

Το Νησί Μερόπη

Πολύ κοντά στο λιμάνι υπάρχει και το παλιό εργοστάσιο της Καρδαμύλης το οποίο λειτούργησε ως ελαιουργείο, σαπωνοποιείο και πυρηνοελαιουργείο κατά το παρελθόν. Σκαρδαμούλα: 1844: 227 κατ. , 1853: 210 κατ. , 1861: 263 κατ., 1879: 348 κατ. , 1889: 393 κατ. , 1896: 442 κατ. , 1907: 434 κατ. , 1920: 563 κατ. , 1928: 611 κατ. , 1940: 645 κατ. , 1951: 494 κατ. , 1961: 495 κατ. , 1971: 397 κατ. , 1981: 277 κατ.

 

ΠΗΓΕΣ:

  • beneas13.blogspot.com
  • mani.org
  • Κώστα Κόμη: Πληθυσμός & Οικισμοί Της Μάνης 15ος -19ος αι.
  • Γιάννη Σαΐτα: Μάνη-Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική

Advertisements

Κιτριές

Οι Κιτριές είναι ένα γραφικό, παραθαλάσσιο χωριό της Έξω Μάνης. Βρίσκεται στην περιοχή της Αβίας και απέχει 14 χλμ. απο την Καλαμάτα.

Το όνομα του το έχει πάρει από τα πολλά Κίτρα (φυτό:Citrus medica/Κιτρέα η μηδική)που υπάρχουν στην περιοχή.

Κατά το παρελθόν αποτέλεσε το επίνειο της Ζαρνάτας και για την περίοδο 1771-1780υπήρξε το σημαντικότερο ναυτιλιακό και εμπορικό κέντρο της νότιας Πελοποννήσου. Αν και σαν όνομα απαντάται ήδη σε σε πηγές του 16ου αι. (porto Chitries-Chitries,Chitres) οργανωμένη οίκηση παρουσιάζει από το δεύτερο μισό του 18ου αι. και μετά.

Ιδρυτής του οικισμού υπήρξε ο μπέης της Μάνης Τζανέτος (Τζανετμπέης) Κουτήφαρης, ο οποίος έχτισε πύργο στο ύψωμα πάνω από το λιμάνι των Κιτριών. Ο πύργος υπήρξε έδρα και για τους επόμενους Μπέηδες της Μάνης, μέχρι να χτίσει ο Μπέης Τζανέτος Γρηγοράκης τον πύργο του στο Μαραθονήσι. Από τότε οι Μπέηδες χρησιμοποιούσαν τον πύργο ως σταθμό-κέντρο για τις διοικητικές και εμπορικές υποθέσεις τους. Ο πύργος δυστυχώς γκρεμίστηκε με το σεισμό του 1944.

Η είσοδος του πύργου των Μπέηδων στις Κιτριές

Αν και μεγάλης σημασίας λιμάνι για την εποχή του, το μέγεθος του οικισμού παρέμεινε πάντοτε μικρό. Σε γαλλικό υπόμνημα του 1786, αν και γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο λιμάνι που χαρακτηρίζεται ως ένα από τα καλύτερα του κόλπου της Κορώνης,δεν αναφέρεται τίποτα για τον οικισμό.

Ο περιηγητής Leake που επισκέφθηκε τη Μάνη το 1805, αναφέρει ότι τα μόνα κτίσματα στις Κιτριές είναι ο πύργος του Μπέη και 5-6 αποθήκες δίπλα στη θάλασσα. Χαρακτηρίζει την περιοχή ως την πιο εύφορη στη Μάνη και οι λόφοι γύρω από τις Κιτριές γεμάτους σιτάρι.

Ο πύργος των μπέηδων στις Κιτριές σε χαλκογραφία του 19ου αιώνα

Στις Κιτριές εμφανίστηκε ο Χασάν-Μπαμπά έπειτα από εντολή του Αχμέτ Κιουπρουλή ζητώντας την υποταγή των Μανιατών( Το 1667 στα πλαίσια τουΕνετικοτουρκικού πολέμου,ένας αριθμός Μανιατών έφθασε στό τουρκικό στρατόπεδο του μεγάλου βεζίρη, πού πολιορκούσε τό Χάνδακα καί προσπάθησαν να καταστρέψουν τα εχθρικά κανόνια και να πυρπολήσουν τουρκικές γαλέρες).

Η πρόταση του Χασάν-Μπαμπά εξόργισε τους Μανιάτες οι οποίοι επιτέθηκαν στον στόλο και τους έτρεψαν σε άτακτη φυγή.

Το 1819 έπειτα από ενέργειες του Φιλικού Χριστόφορου Περραιβού ο οποίος διέμενε στους Δολούς, υπογράφεται στον πύργο των Κιτριών από τις 3  δυνατές οικογένειες της Μάνης, τους Μαυρομιχάληδες τους Γρηγοράκηδες και τους Τρουπάκηδες, γενική ‘Τρέβα’ (ανακωχή) μεταξύ τους, για να οργανωθεί ο πόλεμος για την Ανεξαρτησία.

Από τις Κιτριές στις 23 Μαρτίου (ήδη απο το απόγευμα της 22 Μαρτίου) ξεκίνησε η διαδικασία απελευθέρωσης της Καλαμάτας από τον Οθωμανικό ζυγό.

Στις 20 Ιουνίου του 1826 ο Ιμπραήμ βομβάρδισε τις Κιτρίες τον Άγιο Δημήτριο και την Τραχήλα στα πλαίσια του αντιπερισπασμού που προσπάθησε να δημιουργήσει, για να εμποδίσει την συγκέντρωση των Μανιατών στη Βέργα του Αρμυρού.

Ένα χρόνο αργότερα στις 26 Ιουλίου 1827, ο Ιμπραήμ θα βομβαρδίσει ξανά τις Κιτριές ρίχνοντας πάνω από 1700 κανονιοβολισμούς.

Στην είσοδο των Κιτριών, δίπλα από τον πύργο των Μπέηδων υπάρχει η εκκλησία των Αγίου Κων/νου και Ελένης. Κατασκευάστηκε το 1730 και αποτελεί το παλαιότερο κτίσμα των ΚιτριώνΣε αυτή την εκκλησία έγινε, κατά το 1825, η χειροτονία των τεσσάρων αντικανονικών επισκόπων της Μάνης από τον Μητροπολίτη ΖαρνάταςΓαβριήλ Φραγκούλη για τις χηρεύουσες επισκοπές, τον Άνθιμο για την επισκοπή Πλάτσας, τον Ιωαννίκιο για την επισκοπή Μηλέας και Καστάνιας, τον Ιωσήφ για την επισκοπή Μαΐνης και τον Προκόπιο για την επισκοπή Ανδρούβιστας.

Η εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στις Κιτριές

Κάθε χρόνο στις 23 Μαρτίου τελείται δοξολογία στον ναό, σε ανάμνηση των Μανιατών, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν στις Κιτριές, την παραμονή της απελευθέρωσης της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 1821 και κίνησαν για να την ελευθερώσουν από τα τουρκικά στρατεύματα.

Παραδίπλα από τον όρμο των Κιτριών, στο ακραίο τμήμα του ΄βουνού κεφάλι (κεφαλοβούνι), βρίσκεται ο φάρος των Κιτριών. Κατασκευασμένος το 1892 αποτελεί τον έναν από τους τρεις πέτρινους φάρους που υπάρχουν στη Μάνη( Οι άλλοι δύο είναι του Γυθείου και του Ταινάρου).

Ο Φάρος των Κιτριών

Οι Κιτριές διαθέτουν δύο παραλίες, τον Αϊ Γιάννη και το Πλυμονάρι. Η πρώτη βρίσκεται στα αριστερά του οικισμού προς τη μεριά του φάρου, ενώ η δεύτερη είναι στην είσοδο του οικισμού, κάτω από τον πύργο των Κιτριών.

Απογραφές:

Κιτριαί-Καλλιανέικα: 1853: 61 κατ. , 1861: 61 κατ., 1879: 50 κατ. , 1889: 20 κατ. , 1896:28 κατ. , 1907: 39 κατ. , 1920: 47 κατ. , 1928: 53 κατ. , 1940: 86 κατ. , 1951: 159 κατ. , 1961: 57 κατ. , 1971: 29 κατ. , 1981: 65 κατ.

ΠΗΓΕΣ

  • Σοφίας Καπετανάκη, «Ο Καστρόπυργος του Τζανέτμπεη Κουτήφαρη στίς Κιτριές», Ιθώμη 28
  • Γιάννη Σαΐτα, «οι τρεις πέτρινοι Φάροι» Εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
  • Δικαίου Βαγιακάκου, « Ο Ιμπαραήμ εναντίον της Μάνης»
  • Α.Γ. Κουτσιλιέρη «Ιστορία της Μάνης»
  • mani.org
  • Κώστα Κόμη, «Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, 15ος – 19ος αιώνας»

Αναστάσιος Φραντζεσκάκης

Άρθρα

Η οικογένεια Φραντζεσκάκη συγκαταλέγεται στις παλαιότερες της Αρεόπολης και, όπως γράφει ο Κυριάκος Κάσσης (Άνθη της Πέτρας), είναι «κολλητή», σύμμαχος δηλαδή στην πατριά των Γεωργιάνων. Κλάδος της έχει κατοικήσει και στο γειτονικό Κουσκούνι, με στενή σύνδεση με την πατριά των Κρασακιάνων.

Η συμμετοχή της στην επανάσταση του 1821 υπήρξε σημαντική, γεγονός που προκύπτει από την απονομή μετεπαναστατικά του αριστείου του Αγώνα (παρασήμου) σε 10 μέλη της τουλάχιστον. Διακεκριμένη μορφή της, που αναδείχθηκε κυρίως στα μετέπειτα χρόνια της ελεύθερης πατρίδας μας ως αξιωματικός της φάλαγγας, ήταν ο Αναστάσιος Φραντζεσκάκης.

Γεννήθηκε το έτος 1799 και ο πατέρας του ονομαζόταν Μιχαήλ. Ήταν έγγαμος από τις 17 Σεπτεμβρίου 1822 με την Ειρήνη Τζακάκη, που επίσης καταγόταν από την Αρεόπολη. Σε επίσημους στρατιωτικούς καταλόγους των ετών 1840 – 1841 αναφέρεται τότε ως πατέρας 5 παιδιών. Η δράση του κατά την Επανάσταση περιγράφεται από το πλούσιο σε εκδουλεύσεις πιστοποιητικό του, το οποίο προσκόμισε στο Υπουργείο Στρατιωτικών το έτος 1841, προκειμένου να λάβει και εκείνος το αργυρό αριστείο του Αγώνος.

Στο αναφερόμενο πιστοποιητικό, που κατά το μήνα Δεκέμβριο του 1841 υπέγραψαν οι παλαιοί Μανιάτες οπλαρχηγοί Παν. Μπουκουβαλέας Τρουπάκης, Νικόλαος Πιεράκος Μαυρομιχάλης, Χρ. Καπετανάκης και Ιωάννης Κ. Μαυρομιχάλης, βεβαιώνεται η συμμετοχή του Φραντζεσκάκη το έτος 1821 στις μάχες και συμπλοκές Βαλτετσίου, Συλίμνας, Βλαχοκερασιάς, Ταβιάς, πολιορκίας Κορίνθου, στην πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς, όπου τραυματίστηκε στο δεξιό βραχίονα, ενώ δεν έλειψε η συμμετοχή του το ίδιος έτος και σε μάχες εκτός Πελοποννήσου, όπως στην Πέτρα, Λιβαδειά, Σούρπη, Κερατόπυργο Μεγάρων, Πειραιά.

Η υπογραφή του Αγωνιστή σε πιστοποιητικό του 

Το έτος 1822 συμμετείχε σε μάχες στο Άργος, στο Κουτσοπόδι, Κλένια, στην Κάρυστο Ευβοίας και στην πολιορκία του Ναυπλίου, ενώ τα έτη 1823 – 1824 συμμετείχε στην πολιορκία της Κορώνης. Επί Ιμβραήμ το 1825 συμμετείχε σε μάχες και επιχειρήσεις ανάσχεσης των Τουρκοαιγυπτίων πλησίον του Νεοκάστρου, στις θέσεις Χίλια Χωρία, Λογγά, στην Καλαμάτα, Πεταλίδι, στη Μπούκα Νησίου, ενώ το 1826 πολέμησε στη Βέργα, Διρό, Καρυούπολη και Πολυάραβο. Σε όλες τις παραπάνω μάχες αναφέρεται ότι πολέμησε πάντοτε ως αξιωματικός (καπετάνιος), με γενναιότητα, ζήλο και πειθαρχία.

Μετά την απελευθέρωση ονομάστηκε με βασιλικό διάταγμα της 1/13 Νοεμβρίου 1837 ανθυπολοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγας, ενώ δύο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1839, τέθηκε με τον ίδιο βαθμό σε ενεργητική υπηρεσία, υπηρετώντας μαζί με άλλους παλαίμαχους Μανιάτες αξιωματικούς στην 4η Τετραρχία υπό τον τότε αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Πιεράκο Μαυρομιχάλη.

Το Μάιο του 1841   συνέδραμε σε οικονομική ενίσχυση υπέρ των επαναστατημένων Κρητικών και το Μάρτιο του 1844 τιμήθηκε με το αργυρό Αριστείο ως ανθυπολοχαγός της Φάλαγγας. Την περίοδο 1850 – 1861 διετέλεσε και ένορκος, γεγονός που για εκείνη την εποχή συνιστούσε ένδειξη κύρους και οικονομικής επιφάνειας. Ήταν εγγράμματος, υπέγραφε πάντοτε στα ιδιόχειρα έγγραφά του ως “Αναστάσιος Φρατζησκάκης”, και υπηρέτησε στην ενεργητική Φάλαγγα μέχρι το τέλος του βίου του.

Το έτος 1865 υπέβαλε αίτηση και πιστοποιητικά εκδουλεύσεων στην τότε εξεταστική επιτροπή αγωνιστών του 1821 και αναγνωρίστηκε εκ νέου ως οπλαρχηγός 7ης τάξης, δηλαδή ανθυπολοχαγός. Την ίδια εποχή αναγνωρίστηκε από την παραπάνω επιτροπή ως οπλαρχηγός 5ης τάξης (λοχαγός) και ο ιερωμένος συγγενής του πρωτοσύγκελος Μελέτιος Φραντζεσκάκης, που είχε πολεμήσει στην άλωση της Τριπολιτσάς.

Ο φιλότιμος αγωνιστής προήχθη περαιτέρω το μήνα Σεπτέμβριο του 1871 στο βαθμό του υπολοχαγού, όπως επίσης και ο συνάδελφός του Μανιάτης αγωνιστής Σταμάτιος Τζελέντης, από τη Λαγκάδα του δήμου Λεύκτρου. Δέκα χρόνια αργότερα, το Μάρτιο του 1881, ο Φραντζεσκάκης έλαβε το βαθμό του λοχαγού της φάλαγγας.

Απεβίωσε στις 10 Ιανουαρίου του 1886 σε ηλικία 87 ετών, αφήνοντας πίσω του τη σύζυγό του Ειρήνη με δικαίωμα λήψης μηνιαίας σύνταξης χηρείας ποσού 33,25 δραχμών.

ΠΗΓΕΣ

  • Κυριάκου Κάσση “Άνθη της Πέτρας – Μάνη” (1990).
  • Κυριάκου Κάσση “Η οικογένεια Κουλουριάνοι της Μάνης” (2006).
  • Σταύρου Καπετανάκη “Μανιάτες Αγωνιστές του 1821” (2005).
  • Σταύρου Καπετανάκη “Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες Αγωνιστές” (2008).
  • Ιωάννη Λεκκάκου “Μάνη Ερανίσματα Ιστορίας και Λαογραφίας” (2004).
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους : Αρχεία Αριστείων (1841), Προικοδοτήσεων Φαλαγγιτών (1843) και Υπουργείου Στρατιωτικών (1837 – 1841).
  • Διάφορα Φ.Ε.Κ.

Ο Κωνσταντής, οι Μανιάτες και οι Σφακιανοί

Ο όρμος της Καρδαμύλης ( πειρατικό ορμητήριο του Μούρτζινου )

Σύμφωνα με έρευνα του Γ.Β. Νικολάου στον ΙΖ’ τόμο των «Λα­κωνικών σπουδών»,

τον Ιούνιο του 1776 έγινε πειρατεία στο στενό μεταξύ των Κυθήρων και της ανα­τολικής πλευράς της μανιάτικης χερσονήσου. Οι πειρατές είχαν επικεφαλής τον Κωνσταντή Κο­λοκοτρώνη, πατέρα του πρωτερ­γάτη της Επανάστασης του 1821 Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Το πλοίο τους ήταν γαλιότα με πλήρωμα ο­γδόντα Μανιάτες και Σφακιανούς και κατέλαβαν δύο βενετσιάνικα πλοία και το γαλλικό «Jean Baptiste», με φορτίο καπνού. Τα τρία πλοία οδηγήθηκαν στην Καρδαμύλη, που ήταν τότε έδρα του η­γεμόνα καπετάνιου Μιχαήλ Τρουπάκη.

Σφακιανός πολεμιστής

Ο πλοίαρχος και δύο ναύτες του γαλλικού πλοίου εστάλησαν στον πρόξενο της Γαλλίας, για να διαπραγματευτούν την καταβολή σαράντα χιλιάδων πιάστρων ως λύτρα για την απελευθέρωση των υπόλοιπων μελών του πληρώμα­τος και την επιστροφή του πλοίου και του φορτίου του. Σύμφωνα με έγγραφο που έστειλαν οι οθωμα­νικές αρχές από την Κορώνη στην Κωνσταντινούπολη, συνένοχος στην πειρατεία θεωρήθηκε και ο ηγεμόνας της περιοχής Μιχαήλ Τρουπάκης, καθώς ήταν ιδιοκτή­της της πειρατικής γαλιότας και την είχε πουλήσει εικονικά στον Κολοκοτρώνη, ο οποίος ασκούσε τότε πειρατεία.

Το αντάλλαγμα γι’ αυτή τη διευκόλυνση ήταν βέβαια το ήμισυ των λύτρων που θα εισέ­πρατταν οι πειρατές από τους Γάλ­λους. Μετά την αδυναμία της οθω­μανικής διοίκησης να διευθετήσει το όλο θέμα, οι Γάλλοι έστειλαν το πλοίο «Atalantis» να επιτεθεί στην Καρδαμύλη και στον πύργο του Τρουπάκη. Στόχος τους ήταν να εκφοβίσουν τους κατοίκους, ώστε οι τελευταίοι να τους παραδώσουν την πειρατική γαλιότα. Όμως, οι ε­τοιμοπόλεμοι Μανιάτες τους αντι­μετώπισαν σθεναρά, και μετά τον τραυματισμό του κυβερνήτη και δύο ναυτών οι Γάλλοι αποχώρησαν άπραγοι.

Σκέψεις και Γνώμες Για Τη Χωροφυλακή

Παρακάτω ο υποστράτηγος Ν. Τρουπάκης από την Καρδαμύλη της Μάνης αρχηγός της χωροφυλακής παραθέτει τις απόψεις του για την καλύτερη λειτουργία της Υπηρεσίας.

Έλληνες χωροφύλακες του 1890 ( αξιωματικοί και οπλίτες )

Ο Πύργος Της Οικογένειας Κιτρινιάρη

Πύργος Κιτρινιάρη στη Σαϊδώνα

Μεταξύ των χωριών Σαιδόνα και Ξοχωρίου της Μεσσηνιακής Μάνης, σε υψόμετρο 700 μέτρων βρίσκεται ο πύργος της οικογένειας Κιτρινιάρη. Η οικογένεια Κιτρινιάρη αναδείχθηκε σε πολυάριθμη και ισχυρή οικογένεια κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία. Η δύναμή της έφθασε σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν άτυπα καπετάνιοι των ορεινών χωριών της Ανδρούβιστας. Ήταν λοιπόν φυσικό να υπάρχει και μια διασφάλιση των κεκτημένων με την ανέγερση ενός ισχυρού πύργου.

Η θέση που επέλεξε ο κτήτορας να χτίσει τον πύργο του είναι στρατηγικής σημασίας. Η θέα φθάνει μέχρι χαμηλά τα παράλια και ο τόπος ανέγερσης είναι βραχώδης και δυσπρόσιτος. Το πυργοσυγκρότημα δεν είναι μεγάλο ωστόσο δίνει στον κάτοικό του μεγάλη ασφάλεια. Ο τριώροφος τετράγωνης κάτοψης πύργος βλέπει προς τον δρόμο ενώ τείχη υπάρχουν στην ΒΑ πλευρά μόνο καθώς ΒΔ προστατεύεται από την άγρια ρεματιά και από μεγάλους βράχους. Στην νότια πλευρά του πύργου υπάρχει γωνιακή πολεμίστρα το λεγόμενο κλουβί ή κουμπέ για την άμυνά του καθώς και μικρός εξώστης. Πέραν του πύργου ( ακρόπυργου ) υπάρχει και κτίριο κατοικίας ( σπίτι ) ορθογώνιου σχήματος όπου εκεί συναθροίζονταν σε μη εμπόλεμη κατάσταση. Κατά πάσα πιθανότητα το συγκρότημα πρέπει να χτίστηκε γύρω στα 1786.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Κατά την διάρκεια εμφύλιας σύγκρουσης της οικογένειας μαθαίνουμε από τον Κολοκοτρώνη.

«Εις την Μάνην πάντοτε επηγαίναµεν βοήθεια εις τον µπέη Κουµουντουράκη, εις τες χρείες τους, και εβοηθούσαµε το µέρος τους. Ο καπετάνιος Κωνσταντής Δουράκης, φίλος του πατρός µου, και οι Κιτρινιαραίοι, ανοίγουν πολέµους. Ηµείς µεντάτι. Είχαµεν κλεισµένον µίαν φοράν τον Νικόλαον Κιτρινιάρη, τον πολιορκήσαµεν, και σαν ετρώγονταν αδελφοξάδελφα, έρριχναν τουφέκια στον αέρα. Οι Μανιάτες τον εστεναχώρησαν και οµίλησε να παραδοθή, και εζήτησε εµέ. Δεν ήτο να παραδοθή, αλλά να µε σκοτώσει µε απιστιά. Εβγήκε έξω εις του πύργου την πόρτα, και είχε βάλει τους ανθρώπους µέσα, να παραδοθή. Οι άνθρωποί του µε άδειασαν έξη τουφέκια. Εγώ ήµουν κοφτά και µ’ επήραν, έπεσα αποκάτω από τον θόλον της πόρτας του πύργου, οι δικοί µου ενόµισαν ότι µε σκότωσαν και ήθελαν να σκοτώσουν τους συγγενείς του Κιτρινιάρη. Αλλοι λέγουν “όχι να πάρωµε τον Θεόδωρον”. Ηλθεν ο αδελφός του Κιτρινιάρη, και τον επήρα εις τον ώµον, κ’ επροφυλάχτηκα, και την νύκτα έβαλα φωτιά εις τον πύργον και επαραδόθηκαν. Ο αδελφός του ήτον µε ηµάς. Τότε τα αδέλφια τους είπαν: Να κάµω ό,τι θέλω εις εκείνους διά την απιστιά. Εγώ είπα, ότι εάν ο Θεός µ’ εφύλαξε, τους χαρίζω την ζωήν». 

 

Πυργοσυγκρότημα Κιτρινιάρη

Η όλο και ανερχόμενη δύναμη των Κιτρινιαριάνων δεν έμεινε απαρατήρητη από τους Τρουπιάνους της Καρδαμύλης οι οποίοι συνέλαβαν τον καπετάν Νικόλαο Κιτρινιάρη ωστόσο σεβάστηκαν την κοινωνική του τάξη και δεν τον έριξαν στην Γούβα του πύργου τους.

Αυτός δεν ήτο εκεί κοντά

Μονέ τον είχαν στον οντά

Του Παναγιώτη του Τρουπάκη

Του κυρ Μιχαλαμπεάκη

Δυστυχώς σήμερα το συγκρότημα του Κιτρινιάρη βρίσκεται σε άθλια κατάσταση και αν δεν γίνει κάτι σύντομα θα καταρρεύσει από την ερημιά και την  απαξίωση.

Των Κολοκοτρωναίων Και Του Παναγιώταρου Βενετσανάκη (1780)

Ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ο πατήρ του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, συμπράξας μετά των υπό τον Καπετάν-πασαν Τούρκων τω 1779 προς εξόντωσιν των επί μακρόν χρόνον μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1763 δηούντων την Πελοπόννησον αλβανικών στιφών, εκλήθη υπό του αρχηγού του τούρκικου στρατού και στόλου, κατασκηνούντος εις τους Μύλους της Λέρνης, να προσέλθη και δηλώση υποταγήν (να προσκυνήση).

Αλλ’ ούτος δεν υπήκουσε, διαφόρους φέρων προφάσεις, μετώκισε δ’ εκ Γορτυνίας εις την Καστάνιτσαν της Μάνης (νυν του δήμου Μελιτήνης της Λακεδαίμονος) πλησίον της Βαρδούνιας, έδρας των Αλβανών Βαρδουνιωτών, οπού διέμενεν εις οχυρούς πύργους ο ισχυρός φίλος του καπετάνιος Παναγιώταρος Βενετσανάκης. Είχε δε παραλάβη μεθ’ εαυτού ο Κολοκοτρώνης και όλους τους συγγενείς του και τάς οικογενείας αυτών.

Πύργος Βενετσανάκηδων στην Καστάνια

Το επόμενον έτος 1780 ο Καπετάν πασάς, καταπλεύσας μετά του τουρκικού στόλου εις Γύθειον, προσεκάλεσεν επανειλημμένως τον Παναγιώταρον και τον Κολοκοτρώνην να προσκυνήσουν. Αλλ’ ούτοι ηρνήθησαν, αν και μόλις 150 άνδρας είχον υπ’ αυτούς και εγίνωσκον ότι ο Τούρκος ναύαρχος διέθετεν ισχυράν αποβατικήν στρατιάν, περί τους δεκακισχιλίους, και πυροβολικόν. Είχον πεποίθησιν εις την οχυρότητα των πύργων της Καστάνιτσας και εις την ενίσχυσιν, την οποίαν θα ελάμβανον παρά των καπεταναίων της Μάνης, τους οποίους ο Παναγιώταρος εκάλεσε να τρέξουν προς βοήθειάν του.

Αλλα την μεν αποστολήν επικουριών εματαίωσεν ο μπέης Μιχαήλ Τρουπάκης, πεισθείς υπό του Έλληνος διερμηνέως του στόλου Μαυρογένη, στενώτατα δ’ επολιόρκησε τους κλεισθέντας εις τους πύργους ο αρχηγός του τουρκικού στρατού Αλή μπέης, 0ι πολιορκούμενοι αντέστησαν γενναίως επί δώδεκα ημερονύκτια, αλλά μη βλέποντες να έρχεται η προσδοκώμενη βοήθεια απεφάσισαν να διασχίσουν ξιφήρεις τους πολιορκητάς, μόνην οδόν σωτηρίας νομίζοντες την τοιαύτην τολμηράν έξοδον.

Καταλιπόντες δε εις τον ένα πύργον τους υπεργήρους γονείς του Παναγιώταρου μεθ’ ενός οπαδού του, όπως θέση πυρ εις την εν τω πύργω πυρίτιδα, εξήλθον πάντες με τάς γυναίκας και τα παιδία. Και διέσπασαν μεν την ζώνην των πολιορκητών, απολέσαντες τρεις μόνον πολεμιστάς, αλλά και πολλαί γυναίκες και παιδία συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.

Οί εξελθόντες δεν ηδυνήθησαν να καταφύγωσιν εις χωρίον της Μάνης, όπου θα εύρισκαν ίσως ασφάλειαν, αλλ’ άμα τη ημέρα συνελήφθησαν και εφονεύθησαν οι πλείστοι. Εφονεύθη και ο Παναγιώταρος και οι υιοί του, ο Κολοκοτρώνης, πληγωθείς κατά την έξοδον, και δυο αδελφοί του, ηχμαλωτίσθησαν δε και τα τέκνα του, πλην του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, τον οποίον μετά της μητρός του και μιας αδελφής του διέσωσαν τα παλληκάρια του πατρός του.

Εις την καταστροφήν ταύτην αναφέρονται τα επόμενα τρία άσματα:

Πολύ σκοτίδιασε ο ουρανός, πάλι να βρέξη θέλει,
σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.
Εσύρανε τα ρέματα, εσύραν τα λαγκάδια,
κ’ εκόπηκε το πέρασμα, κ’ εκόπη το γιοφύρι,
που κει περνάει η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι,
με τα μπαϊράκια τα χρυσά, τοις ασημομπιστόλαις.
Κινάν και πάν ‘ς την εκκλησιά για να λειτρουγηθούνε,
φορούν τα πόσια τα χρυσά, τοις ασημοπαλάσκαις.
Σίντας ξελειτρουγήσανε και βγήκαν ‘ς την κουβέντα,
πετάχτηκε ό Κωσταντής και λέει του Δημητράκη.
«Τούτ’ η χαρά πού χομ’ εμείς σε λύπη θα μας φέρη,
πολλή Τουρκιά μας έζωσε, ο θιος να μας γλυτώση.»
Τακούει ο Παναγιώταρος κ’εσβήστη από τα γέλοια.
«Τι λες, κουμπάρε Κωσταντή, τι λες, τι κουβεντιάζεις;
Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;
Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,
ουδέ ο Τούρκος τον πάτησε, μαϊδέ και ο Αλαμάνος.»
Κι ακόμα ο λόγος έστεκε κ’ η συντυχιά κρατειώταν,
Μπουλούκπασας τους έκλεισε με χίλιους πεντακόσιους.

Τρεις περδικούλαις κάθουνται ‘ς τον πύργο της Καστάνιας,
η μία κλαίει τον Κωσταντή, η άλλη το Δημητράκη,
κ’ η τρίτη η καλύτερη κλαίει τον Παναγιώτη.

Τι έχουν της Μάνης τα βουνά οπού είναι βουρκωμένα,
καν ο βοριάς τα βάρεσε, καν η νοτιά τα πήρε.
Μηδέ ο βοριάς τα βάρεσε, μηδ’ η νοτιά τα πήρε,
παλεύει ο Καπετάν πασιάς με τον Κολοκοτρώνη.
Στεριά παλεύει ο Αλή μπεης μ’ άρματα του πελάγου.
‘Σ την Άρια που έρρηξε τ’ ορδί διαβάζει το φερμάνι.
«Ποιος ειν’ ο Παναγιώταρος, ποιο λεν Κολοκοτρώνη,
να ρθούν να προσκυνήσουνε, ραγιάδες να γενούνε.»
Τ’ ακούει ο Παναγιώταρος, παράξενο του φάνη.
«Δεν προσκυνούμε Αλή μπεη, ο νους σου μη το βάνη,
τάρματα δεν τα δίνομε, ραγιάδες να γενούμε,
παρά θα γίνη πόλεμος με τόπια, με ντουφέκια.»
Κι’ ο Αλή μπεης σαν τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη.
Δώδεκα ημέραις πολεμάει με τόπια με ντουφέκια,
την Κυριακή το δειλινό μεγάλα τόπια βγάλαν,
καρσί ‘ς τον πύργο τά βαλαν, τον πύργο να χαλάσουν.
Βλέπουν τον πύργο κ’ έτρεμε, κ’ ήθελε για να πέση…

Εσείς βουνά, ψηλά βουνά, με τα δασιά κλαριά σας,
με τα δασιά τα έλατα, το εν’ απάνω ‘ς τάλλο,
και πύργε της Καστάνιτσας, οπού βαστάτε κλέφταις,
τους κλέφταις τί τους κάματε, τους Κολοκοτρωναίους;
οπού φορούν χρυσά σπαθιά, μπαλάσκαις ασημένιαις,
χρυσά ‘ν’ και τα ντουφέκια τους, χρυσά μαλαματένια,
και τα τσαπράζια που φορούν, ούλο μαργαριτάρια.
Κείνοι το Μάρτη εδώ ήσανε και τον μισόν Απρίλη,
και την ημέρα τ’ άη Γιωργιού, που είναι το πανηγύρι,
φίλοι τους επροσκάλεσαν, τους είχανε τραπέζι.
Πάνω ποβάλαν τα φαγιά, κ’ έκαμαν το σταυρό τους,
ψιλή φωνίτσα νάκουσαν, ψιλή φωνή νακούνε.
«Γι’ αφήστε τα καλά φαγιά και πάρτε τα ντουφέκια,
τι οι Τούρκοι σας επλάκωσαν, τι οι Τούρκοι σας επήραν.»
Και τα ντουφέκια πήρανε, και τα σπαθιά τραυήξαν,
τους Τούρκους εκυνήγησαν, τους κάμαν ένα ένα.

Από τα παραπάνω δημοτικά τραγούδια γίνεται φανερή η εξύμνηση των πρωταγωνιστών σε λαϊκούς ήρωες που τα βάζουν με τον κατακτητή.. Ιδίως στο πρώτο τραγούδι οι Οθωμανοί χαρακτηρίζονται σαν ξένο σώμα για τον τόπο που πρέπει να τους αντισταθεί. Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;
Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,