Η μάχη της Βέργας μέσα από τα μάτια ενός λόγιου της εποχής (1880)

φανταστική απεικόνιση της Μάχης της Βέργας 

Τον Ιούνιο του 1826 ο Ιμπραήμ κατανοώντας την σημαντική θέση της Μάνης αλλά και τον αποφασιστικό της ρόλο στην επανάσταση προσπάθησε να την υποτάξει εισβάλλοντας από την Καλαμάτα. Στην θέση Βέργα στα δυτικά σύνορα της Μάνης μεταξύ 22 με 25 Ιουνίου δόθηκε αποφασιστική μάχη μεταξύ Μανιατών και Αιγυπτίων του Ιμπραήμ. Οι αντίπαλες δυνάμεις ανέρχονταν από την πλευρά των Ελλήνων σε 5.000 άνδρες ενώ από την πλευρά των Αιγυπτίων άνω των 8.000. Επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων τέθηκε ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης γιος του Πετρόμπεη. Η νίκη έστεψε νικηφόρα τα ελληνικά όπλα αποτρέποντας τα σχέδια του Ιμπραήμ για καθυπόταξη της Μάνης αλλά κυρίως την διατήρηση του Ελληνικού ζητήματος.

ο Γιώργος Μαυρομιχάλης επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων στην μάχη της Βέργας

 

Παρακάτω έχουμε περιγραφή των γεγονότων από έναν Μανιάτη λόγιο της εποχής που την περίοδο εκείνη ήταν παιδί και κατέγραφε τις αναμνήσεις του.

 

Ιστόρηση Πέτρου Κουτήφαρη έτους 1880
«…αποφασίσαντες τους μεν γέροντας μετά των γυναικών και παιδίων απέστειλαν εις τας υπωρείας του γηραιού Ταϋγέτου… οι δε δυνάμενοι φέρειν όπλα συνηθροίσθησαν άπαντες εις Αλμυρόν, ίνα παρασκευάσωσι τα της αμύνης. Ενταύθα παρά το Αλμυρόν υπήρχε τείχος εξ αργών λίθων ωκοδομημένον. Το τείχος τούτο από της θαλάσσης αρχόμενον κατατείνει παρακολουθούν την δεξιάν όχθην μικρού χειμάρρου μέχρι της κορυφής πετρώδους τινός υψώματος, όπερ καλείται Καστράκη, και το οποίον υπέρκειται της προς χωρίον Σελίτζης αγούσης οδού. Εις το τείχος τούτο, όπερ νυν είναι γνωστόν υπό το όνομα Βέργα του Αλμυρού, οχυρωθέντες οι Μανιάται ανέμενον θαρραλέοι τον εχθρόν. Μετ’ ολίγας ημέρας ο Ιμβραήμης πανστρατιά εκ των Μεσσηνιακών φρουρίων εξορμήσας προήλασε μέχρι Καλαμών, ένθα και εστρατοπέδευσεν…. και τη 1 Ιουνίου …ο εχθρικός στρατός εκ Καλαμών εκκινήσας προυχώρησεν υπό τους ήχους των τυμπάνων κατά του Αλμυρού και έστι εις απόστασιν ενός περίπου χιλιομέτρου από του τείχους. Εκεί οι ιππείς, ους ατιλίδες εκάλουν οι τότε, και οι τακτικοί πεζοί ανέκοψαν, της ανωμαλίας του εδάφους επιπροσθούσης και διακωλυούσης τους στρατιωτικούς αυτών ελιγμούς, οι δε άτακτοι Αλβανοί και Κρήτες ωσεί πεντακισχίλιοι τον αριθμόν όρμησαν επί το τείχος τροχάδην και αλαλάζοντες. Οι Μανιάται περί τους χιλίους και πεντακοσίους αριθμούμενοι, όπισθεν του τείχους ταχθέντες, περιέμενον… όταν δε οι εχθροί έφθασαν εις απόστασιν βολής τουφεκίου εις εν σημείον των αρχηγών πυκνός και επιτυχής πυροβολισμός ανεχαίτησε την ορμήν των πολλούς εξ αυτών εις τα ζοφερά του Πλούτωνος βασίλεια αποστείλας. Τότε το πυρ εξερράγη καθ’ όλην την έκτασιν του τείχους και η μάχη κατέστη γενική, πεισματωδώς εκατέρωθεν διεξαγομένη. Οι Τούρκοι όπισθεν των δένδρων και των βράχων προφυλασσόμενοι προσήγγιζον βαθμηδόν και κατ’ ολίγον εις το τείχος… εννεάκις οι πολέμιοι επειράθησαν να διασπάσωσι την γραμμήν των Μανιατών και υπερβάλωσι το τείχος και εννεάκις απεκρούσθησαν πολλάς υποστάντες ζημίας και προς τας προτέρας αυτών θέσεις απωθούμενοι, διότι οι ζωηρότεροι των Μανιατών οσάκις έβλεπον αυτούς υποχωρούντας εξεπήδων του τείχους και τους κατεδίωκον πυροβολούντες κατ’ αυτών… αλλά καθ’ όσον η ημέρα προυχώρει η θέσις των αμυνομένων καθίστατο από στιγμής εις στιγμήν δυσχερεστέρα, διότι επόνει αυτούς η έλλειψις πολεμοφοδίων και προ παντός η του ύδατος, του μέρους εντελώς ανύδρου όντος. Τότε ανδρείος τις και εμπειροπόλεμος ανήρ από το χωρίον Σκιφιάνικα συνέλαβεν ηρωικήν απόφασιν να δώση αυτός πέρας εις την μάχην. Ατυχώς δεν δύναμαι να γνωρίσω υμίν το όνομά του, διότι ούτε η ιστορία ούτε η παράδοσις διέσωσαν αυτό. Οπόσοι άραγε άλλοι εφάμιλλοι ή και υπέρτεροι τούτου ήρωες της μεγάλης του γένους ημών επαναστάσεως δεν εκρίθησαν άξιοι ουδ’ απλής μνείας από τους τα κατ’ αυτήν ιστορήσαντας;… Ο Σκιφιανίτης λοιπόν ούτος μετά είκοσι συντρόφων του κατέλειπε το τείχος εκ της προς ανατολάς άκρας αυτού και αδιόρατος όπισθεν των βράχων έρπων κατόρθωσε να υπερφαλαγγίση τους εχθρούς και να καταλάβη τα νώτα των. Εκείθεν ήρξατο πυκνού και ευστόχου πυρός κατά των εχθρών, οίτινες μεγάλως εκ της αδοκήτου ταύτης προσβολής ταραχθέντες και φόβω συσχεθέντες ετράπησαν εις φυγήν. Τούτο ήρκεσε να ενσπείρη τον θόρυβον και την ταραχήν καθ’ απάσαν την γραμμήν των Αιγυπτίων, οι δε αμυνόμενοι συνορώντες αυτούς εν αταξία, κλονουμένους και οπισθοχωρούντας εξεπήδησαν άπαντες ως εκ συνθήματος έξωθεν του τείχους και ορμητικοί και ακάθεκτοι επέδραμον κατά των πολεμίων. Τότε η εν αταξία και αποσυνθέσει των τάξεων τροπή του εχθρού κατέστη πλήρης και γενική. Ιππείς, τακτικοί και άτακτοι στρατιώται, ουδεμίαν δίδοντες προσοχήν εις τας παρακελεύσεις των αξιωματικών, οίτινες ξιφήρεις και απειλητικοί κατεγίνοντο να σταματήσωσι την άτακτον φυγήν των στρατιωτών, έφυγαν προτροπάδην. Οι Μανιάτες κατεδίωξαν αυτούς, ούτω φεύγοντας, μέχρι αποστάσεως ημισείας ώρας, επανήλθον εις τα ίδια υπό των αρχηγών ανακληθέντες. Ο δε Ιμβραήμης, επειδή ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν του, κατηυλίσθη παρά την θέσιν “Αγία Σιών ” μεταξύ Καλαμών και Αλμυρού κειμένην ένθα διανυκτέρευσεν. Εις την μάχην ταύτην αρχηγοί ήσαν ο Αναστάσιος Μαυρομιχάλης και ο εξάδελφος αυτού Ηλίας Κατσάκος, οι Καπετανάκαι, ο Γαλάνης Κουμουνδουράκης, πατήρ του νυν των κοινών προκαθημένου Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου, οι Χρησταίοι, ο Κυβέλος και αι Δοράκαι.
Έπεσαν δε κατά τον αγώνα εκ μεν των Τούρκων εκατόν ογδοήκοντα περίπου, εκ δε των ημετέρων τέσσαρες. Την επαύριον λίαν πρωί οι πολέμιοι ταχθέντες εν γραμμή ως εις μάχην εχώρουν αύθις επί το τείχος νέαν απειλούντες κατ’ αυτού επίθεσιν. Δεν είχον όμως φθάσει εις απόστασιν βολής πυροβόλου ότε πυκνός και παρατεταμένος ηκούσθη πυροβολισμός ημίσειαν περίπου ώραν εκείθεν του τείχους προς την Μάνην, ούτος προήρχετο εκ Μανιατών εξακοσίων περίπου, οίτινες, προς βοήθειαν των εν Αλμυρώ αγωνιζομένων αδελφών των κατεσπευσμένως ερχόμενοι ανήγγειλον κατ’ έθος την προσέγγισιν αυτών δια γενικού πυροβολισμού. Ο εχθρός άμα ιδών την επικουρίαν ταύτην φόβω και αθυμία συσχεθείς έκρινε καλόν να υποχωρήση και επανακάμψη εις το εαυτού στρατόπεδον. Οι Μανιάται όμως …αφήκαν το τείχος και εγγύς τω των Αιγυπτίων στρατοπέδω παραγενόμενοι προσεκάλουν αυτούς εις μάχην, ούτοι όμως ήσυχοι δι’ όλης της νυκτός έμειναν. Περί δυσμάς Ηλίου οι Μανιάται επανήλθον εις τα ίδια και εκεί συσκεφθέντες απεφάσισαν ίνα την ερχομένην νύκτα επιπέσωσιν αίφνης και εκ διαφόρων μερών εις το εχθρικόν στρατόπεδον και καταστρέψωσι… αλλ’ ο εχθρός είτε πληροφορηθείς είτε υποπτευθείς τούτο μετέστησε την εσπέραν της αυτής ημέρας το στρατόπεδόν του εις Καλάμας και συνεπώς το σχέδιον των Μανιατών εματαιώθη…».

χάρτης του 1835 όπου απεικονίζεται το λιμάνι του Αλμυρού και το τείχος της Βέργας

Πηγές

  1. http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=19795
  2. https://www.tharrosnews.gr/2015/06/%CE%B7-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1-%CF%84%E2%80%99-%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%8D/
  3. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CF%87%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82
  4. https://www.timesnews.gr/i-machi-toy-diroy/
  5. Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαιδεία (Α – Γ). Αθήναι: Έκδοσις Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαιδείας. 1929. σελίδες 344. Ανακτήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
  6. https://www.iamgreece.org/gallery/regions-of-greece/peloponnese/verga-kalamata-gr/

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΘΙΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Η περίπτωση του Βασίλη Καργάκου

Το ακρωτήριο Ταίναρο από τη θάλασσα 1882

(WORDSWORTH, Christopher)

Είναι γεγονός ότι η περιοχή της Μάνης μέχρι προσφάτως έκανε χρήση του Εθιμικού Δικαίου εντόνως κυρίως λόγω της μη ύπαρξης για πολλά χρόνια (Τουρκοκρατία) οργανωμένης δικαστικής αρχής λόγω της αυτονομίας της. Οι οικογενειακοί πόλεμοι και το κληρονομικό δίκαιο είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της νοοτροπίας.

Στο παρόν άρθρο θα δούμε ένα περιστατικό φόνου μέσα από τα έγγραφα της περιόδου του νεότερου ελληνικού κράτους και ακολούθως θα αναλύσουμε τα συμπεράσματα που προκύπτουν μέσα από την εθιμική συμπεριφορά της εποχής.

Σε έγγραφο του αρχείου του στρατηγού Παναγιώτη Γιατράκου διαβάζουμε, (διορθωμένη η πρωτότυπη ορθογραφία του κειμένου)

ο πρόεδρος της εφορείας Ιωάννης Μίλησις και ο φρούραρχος Μονεμβασίας (ως μάρτυς) Ι. Κ. Μαυρομιχάλης 13.7.1826 (Αντίγραφο)

Περί τον Ιούλιο του 1826, ενώ ο πλοίαρχος Βασίλειος Καργάκος βρισκόταν στην Σκαρδαμούλα (Καρδαμύλη), δύο ναύτες του «συγχυσθέντες μετά τινός Τούρκου του Δουράκη, τον εφόνευσαν». Η εφορεία υποχρέωσε τον Καργάκο να καταβάλει στον Δουράκη 750 γρόσια και έδωσε το παρόν σε ένδειξη «δια να λάβει το δίκαιον του ο Βασίλειος, όθεν ανήκει και δια να αποδειχθεί ότι οι φονεύσαντες τον Τούρκο ναύται Νικολακιάνοι από το χωρίον Πύργον δεν είχον δίκαιον να ζητούν περί της αυτής υποθέσεως και να ενοχλούν τινά, διότι αυτοί φονεύσαντες τον Τούρκον έφυγον και ο Βασίλης δια αυτούς επλήρωσε ταύτα».

Στο ίδιο έγγραφο υπάρχει σημείωση «ο ανωτέρω Βασίλης Καργάκος είναι πατήρ του Δημητρίου Βασιλάκου κατοίκου Αγίου Ιωάννη του δήμου Σπάρτης, αντίγραφο την 11 7βρίου 1871 Σπάρτην»

Από το παραπάνω αρχείο προκύπτουν διάφορα συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή.

Πρώτα από όλα βλέπουμε πως οι ισχυρές οικογένειες όπως η οικογένεια Δουράκη από την Καστάνια της έξω Μάνης είχαν την δυνατότητα να έχουν στην κατοχή τους ομήρους – δούλους Τούρκους αιχμαλώτους από τα πεδία των μαχών.

Επίσης εδώ παρατηρούμε μια παλιά εθιμική διαδικασία της Μάνης στην οποία η εφορεία της Σπάρτης (συμβούλιο δημογερόντων) μέσω αιρετοκρισίας επέβαλε. Την αποζημίωση του θανάτου κάποιου προκειμένου να αποφευχθούν αντίποινα και περαιτέρω αιματοχυσία.

Οι Νικολακιάνοι ναύτες που αναφέρονται στο παραπάνω απόσπασμα ως φονιάδες  δεν είναι άλλοι από την γενιά των Νικολακιάνων του Πύργου Διρού. Τούτο επιβεβαιώνεται από το ότι ως μια από τις ισχυρές οικογένειες του χωριού υπογράφουν στις 15/8/1806 υποσχετικό σύμφωνο βοήθειας του Αντώνη μπέη Γρηγοράκη.

untitled

απόσπασμα από το συμφωνητικό των οικογενειών του Πύργου το 1806 προς τον Αντωνόμπεη

Τέλος η υποσημείωση για την οικογένεια Καργάκου μας βοηθά να καταλάβουμε πως ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση του 1821 είχε αρχίσει η πληθυσμιακή μετακίνηση των Μανιατών προς την Σπάρτη και την πέριξ περιοχή καθώς αναφέρονται μέλη της στον Άγιο Ιωάννη του Μυστρά και την γύρω περιοχή το 1872 ακόμα και με παρωνύμια.

untitled

Ο Δημήτρης Βασιλάκος σε εκλογικό κατάλογο  του Αγίου Ιωάννη το 1872

ΠΗΓΕΣ

  1. Αθ. Φωτόπουλου, Οι Γιατράκοι του 1821, Αθήνα 1902, τόμ. Β’, σ. 190, έγγρ. 593 (569).
  2. Κ. Κάσση «Άνθη της Πέτρας οικογένειες και εκκλησίες στην Μάνη» Ιχώρ Αθήνα 1990
  3. Αγνώστου, «Ιστορικαί αλήθειαι συμβάντων τινών της Μάνης από του 1769 και εντεύθεν : Ο Τζανέτμπεης Καπετανάκης Γρηγογάκης και η οικογένειά του», Τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ. Βαφά, 1858
  4. http://el.travelogues.gr/item.php?view=47756
  5. http://arxeiomnimon.gak.gr (Γ.Α.Κ εκλογικά συλλογής Βλαχογιάννη επαρχία Λακεδαίμονος φακ. 025)
  6. https://maniatika.wordpress.com

 

 

Ο Πετρόμπεης ζητά να ενισχύσει το Μεσολόγγι

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ήδη από τις αρχές του αγώνα του 1821 είχε αντιληφθεί την στρατηγική σημασία της τοποθεσίας της πόλεως του Μεσολογγίου. Για τον λόγο αυτό ζητούσε πάντα την ενίσχυση του φρουρίου του Μεσολογγίου με τροφές και μπαρουτόβολα προκειμένου να αντέχει μακρά πολιορκία. Τούτο απέδωσε καρπούς κατά την πρώτη πολιορκία της πόλης το 1822. Η άφιξη του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και η καταστροφικές συνέπειες των εμφυλίων πολέμων αναζωπύρωσαν την σκέψη του Πετρόμπεη για το Μεσολόγγι καθώς οι φόβοι του για δεύτερη πολιορκία ήταν βάσιμοι. Στο έγγραφο που δημοσιεύουμε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ζητά να ενισχυθεί η φρουρά του Μεσολογγίου ακόμα και από τον ίδιο αν χρειαστεί καθώς ο φόβος κατάρρευσης της Δυτικής Ρούμελης ήταν ολοφάνερος. (Πράγμα που έγινε με την λήξη της πολιορκίας στις 10 Απριλίου του 1826). Χαρακτηριστικό είναι ότι η Β’ πολιορκία του Μεσολογγίου ξεκινά επισήμως στις 25 Δεκεμβρίου του 1825 ενώ η επιστολή του Πετρόμπεη προς την Διοίκηση είναι μόλις ένα μήνα πριν, τον Νοέμβριο.

«Ο προς την φίλην πατρίδα μας ένθερμος ζήλος μου με αναγκάζει και παρακινεί ν’ αναφέρω προς την Σεβ. Διοίκησιν, ότι εγώ μετά πάσης χαράς και ευχαριστήσεως είμαι έτοιμος εις το να αποφασίση να απεράσω διά το Μεσολόγγιον με όσα στρατεύματα η Σ. Διοίκησις εγκρίνει αναγκαία διά την ασφάλειάν του. Όσον διά τον εαυτόν μου διά εκατό σωματοφύλακας οίτινες με αναγκαιούν να πάρω, η Σ. Διοίκησις δι’ αυτούς μένει αφρόντιστη, καθ’ ότι και εξ ιδίων μου θέλει οικονομήσω, βλέπων την υστέρησιν του εθνικού ταμείου και τον επαπειλούμενον κίνδυνον του Μεσολογγίου. Όθεν και η Σ. Διοίκησις ας διορίση όσα στρατεύματα περισσότερα αναγκαιούσιν να απεράσωμεν διά των πλοίων όσον τάχος να προφθάσωμεν το Μεσολόγγιον. Όθεν και ανυπομόνως περιμένω την απόφασίν της και τας αναγκαίας διαταγάς. Εν τοσούτω και μένω ευσεβάστως.
Τη 10: Νοεμβρίου: 1825

Εν Ναυπλίω                                                                       Ο πρόθυμος πατριώτης
                                                                                                         Π. Μαυρομιχάλης»

 

ΠΗΓΕΣ

  1. ΓΑΚ, Συλλ. Βλαχ. Α’, Εκτ., φάκ. 16, έγγρ. 084
  2. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΩΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
  3. http://www.sansimera.gr/articles/243

Μανιάτες προς Ιμπραήμ – »Εμείς δεν χαρίζουμε Κάστανα»

Το 1826 ο Ιμπραήμ κατά την επέλαση του στην Πελοπόννησο βρέθηκε μπροστά στο εμπόδιο των Μανιατών. Είχε καταφέρει να καταλάβει όλες τις μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου χωρίς δυσκολία, αλλά δεν μπόρεσε να κάμψει την αντίσταση των σκληροτράχηλων και εμπειροπόλεμων Μανιατών. Το σχέδιο του Ιμπραήμ προέβλεπε «κατά μέτωπον» επίθεση με τον κύριο όγκο των δυνάμεων στη Βέργα Αλμυρού, με ταυτόχρονη πλευρική αποβατική ενέργεια στον όρμο Διρού, νοτίως της Αρεόπολης, στην καρδιά της Μάνης. Το σχέδιο του εμποδίστηκε από τα γυναικόπαιδα που τους έδιωξαν με πέτρες και δρεπάνια.

Ωστόσο, ο Ιμπραήμ έστειλε μέσα στα χωριά της Μάνης κατασκόπους ντυμένους καστανάδες….
Αυτοί για να πληροφορηθούν από τις πεινασμένες γυναίκες και τα παιδιά που κρύβονταν οι άντρες τους, άρχισαν να τους χαρίζουν κάστανα, αντί να τα πουλάνε.

Αυτό έκανε εντύπωση στο χωριό και αμέσως ειδοποίησαν και κατέβηκαν οι αρματολοί στα χωριά και έπιασαν τους καστανάδες. Οι κατάσκοποι ομολόγησαν την αλήθεια εκλιπαρώντας για τη ζωή τους, όμως οι Μανιάτες λίγο πριν τους απαγχονίσουν απάντησαν:

– Εμείς δεν χαρίζουμε κάστανα…

Πέτρος Κανακάκης- ο Μανιάτης Αγωνιστής του 1821

Ένας από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς, που ανέδειξε το Κατωπάγκι της Μέσα Μάνης κατά την επανάσταση του 1821, υπήρξε ο Πέτρος Κανακάκης. Γεννήθηκε το έτος 1796 στην Κηπούλα και είχε νυμφευθεί την Αρχοντού Κουτραρίτζα το έτος 1818.

Βασικές πληροφορίες για τη δράση του ως οπλαρχηγού αντλούμε από το πιστοποιητικό περί των εκδουλεύσεών του, με ημερομηνία 8.12.1841, το οποίο υπογράφουν οι Μανιάτες οπλαρχηγοί και ανώτεροι αξιωματικοί της Φάλαγγας Ιωάννης Κ. Μαυρομιχάλης, Νικ. Πιεράκος, Παναγιώτης Μπουκουβαλέας και Χ. Καπετανάκης. Επίσης από την με ημερομηνία 30.7.1824 απόφαση του Εκτελεστικού πληροφορούμαστε ότι ο αγωνιστής προβιβάστηκε εκείνη την εποχή (1824) στο βαθμό του Πεντηκόνταρχου.

Ειδικότερα μαθαίνουμε από το πιστοποιητικό του ότι κατά την επανάσταση έφερε το βαθμό του Καπετάνιου (Αξιωματικού) και ότι είχε πάντοτε υπό τις διαταγές του στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο από 120 στρατιώτες έως 70 το ολιγότερο.

Αξιωματικός της Φάλαγγας 1841

Από την έναρξη του Αγώνα το 1821, μέχρι και το 1826, έλαβε μέρος διαδοχικά στην πολιορκία της Κορώνης, έπειτα μετέβη στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, όπου παρέμεινε έως την άλωσή της, κατόπιν πολέμησε στην Κάρυστο, όπως επίσης στις μάχες του Άργους επί Δράμαλη και στις μάχες του Ναυπλίου. Στη συνέχεια πολέμησε στην πολιορκία του φρουρίου της Κορώνης και Μεθώνης και επί Ιμβραήμ Πασά στα Μεσσηνιακά Φρούρια, εξαιρέτως δε συμμετείχε και στη μάχη στο Μανιάκι, όπου (όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο πιστοποιητικό) μόλις έσωσε τη ζωή του. Τέλος ο αγωνιστής πολέμησε στις μάχες του Αλμυρού και του Πολυαράβου το έτος 1826.

Χάριν των υπηρεσιών του ονομάσθηκε το έτος 1837 Υπολοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγας, ενώ στη συνέχεια το έτος 1839 τοποθετήθηκε με τον ίδιο βαθμό σε ενεργητική υπηρεσία στην IV Τετραρχία της Φάλαγγας, με έδρα αρχικά το Λιμένι και κατόπιν την Καλαμάτα, όπου υπηρέτησε έως την προικοδότησή του (αποστρατεία) το 1843.

Ο Πέτρος Κανακάκης τιμήθηκε ως παλαιός οπλαρχηγός με το αργυρό Αριστείο του Αγώνα, επαινέθηκε επίσης μαζί με άλλους Λάκωνες στρατιωτικούς το έτος 1841, δυνάμει της VIII Διαταγής του Στρατού, χάριν της συμβολής του στην νεοσυλλεξία των κληρωτών του 5ου Πεζικού Τάγματος των Ακροβολιστών, ενώ κατά τα έτη 1844 – 1845 διετέλεσε ένορκος από το δήμο Μέσσης της επαρχίας Οιτύλου. Απεβίωσε δε περί τα τέλη του έτους 1845.

Δημήτριος Π. Μαριόλης

27.10.2012